free christians australia all welcome
Jesus Is Lord

4. Η δικαιοσύνη της ανάστασης του Χριστού
FreeChristians

Η Ανάσταση
(5 part study)

1. Η θετική πλευρά της Βίβλου: το μήνυμα της Ανάστασης

2. Το σκάνδαλο της ανάστασης του Χριστού

3. Η ανάσταση και οι μύθοι των τεσσάρων ευαγγελίων. 

4. Η δικαιοσύνη της ανάστασης του Χριστού

5. Η σκανδαλώδης δικαιοσύνη του Θεού

UPOSHMEIWSEIS

Στην επιστολή του προς Ρωμαίους, ο Απ. Παύλος συνδέει τη σωτηρία που φέρνει η σταυρική θυσία του Χριστού με τη δικαιοσύνη του Θεού. Αν και σε γενικές γραμμές φλέρταρε με την ιδέα της σταύρωσης του Χριστού ως «θυσίας», εμπνεόμενος βέβαια απο τον πλούσιο συμβολισμό της Ιουδαϊκής παράδοσης, εν τούτοις ο Απ. Παύλος τόνισε ότι η σταύρωση και η ανάσταση του Χριστού φανερώνει τη δικαιοσύνη του Θεού όχι επειδή ο Χριστός τιμωρήθηκε στη θέση των ανθρώπων, λες και η δικαιοσύνη του Θεού απαιτούσε κάτι τέτοιο, αλλά επειδή αποτελεί απόδειξη της ήδη υπάρχουσας αγάπης του Θεού προς τους αμαρτωλούς. Με άλλα λόγια δεν συμφιλιώνεται ο Θεός με τους ανθρώπους, λες και ήταν εχθρός τους, αλλά οι άνθρωποι συμφιλιώνονται με τον Θεό. 

 Απορρίπτοντας εντελώς την βλάσφημη ιδέα ότι ο τραγικός τρόπος με τον οποίο θανατώθηκε ο Χριστός έγινε «για να συμφιλιωθεί η δικαιοσύνη με το έλεος» και γενικά για να ικανοποιηθεί η δικαιοσύνη του Θεού μέσα στα πλαίσια κάποιας justitia distributive, ο Brinsmead εξηγεί με τη σειρά του εύστοχα ότι δεν υπήρξε ποτέ καμμία ένταση μεταξύ της δικαιοσύνης και του ελέους καθώς και οι δύο όροι είναι ταυτόσημοι: «Πρέπει να επανεξετάσουμε την παραδοσιακή ιδέα ότι η σταυρική θυσία «ικανοποίησε τη Θεία δικαιοσύνη» ( λες και ο Θεός διψούσε για αίμα προκειμένου να μπορέσει να συγχωρήσει τους ανθρώπους ). Η σταυρική θυσία είχε να κάνει με την εκπλήρωση της πανάρχαιας υπόσχεσης του Θεού να φανερώσει το έλεος και τη σωτηρία Του. Δεν υπάρχει καμμία απολύτως ένταση μεταξύ της δικαιοσύνης και του ελέους. Ο Θεός ικανοποίησε τη δικαιοσύνη απλά με το να κάνει ότι είχε υποσχεθεί εξ αρχής δηλαδή να σώσει μία χρεωκοπημένη, απωλεσμένη και αμαρτωλή ανθρωπότητα»

Ο ιστορικός E. R Achtemeier συμφωνεί με την ανώτερη παράδοση της Ορθοδοξίας ότι η δικαιοσύνη του Θεού κατα βάθος δεν είναι ποινική: «Η δικαιοσύνη του Γιαχβέ δεν είναι ποτέ αποκλειστικά η επιβολή μίας καταδικαστικής ποινής. Πουθενά στην Παλαιά Διαθήκη δεν ταυτίζεται η δικαιοσύνη του Γιαχβέ απλά με την τιμωρία των αμαρτωλών, και ούτε εδάφια όπως ΗΣΑ 5:16 ή 10:22 πρέπει να ερμηνεύονται ως έτσι. Το λέω αυτό επειδή η δικαιοσύνη Του είναι στην πραγματικότητα η αποκατάσταση των ανθρώπινων δικαιωμάτων σε όσους τα έχουν στερηθεί. Η αποκατάσταση αυτή συμπεριλαμβάνει φυσικά και την τιμωρία των κακοποιών, αλλά η τιμωρία αυτή γίνεται πάντα μέσα στα πλαίσια της αποκατάστασης των αδικημένων ανθρώπων. Ο Γεχβά κατακρίνει μονάχα επειδή σώζει. Η δικαιοσύνη Του έχει να κάνει με τη σωτηρία. Όπως λέει και ο προφήτης ο Γεχβά είναι ‘δίκαιος Θεός και Σωτήρας’» (14)

Η δικαιοσύνη του Θεού αποκαλύφθηκε κυρίως από τα έργα του Χριστού όταν περπάτησε μεταξύ των ανθρώπων. Η Βασιλεία του Χριστού χαρακτηρίζεται από τη δικαιοσύνη. Η δικαιοσύνη που αποκάλυψε όμως ο Χριστός ήταν εντελώς αντίθετη με τη ανταποδοτική δικαιοσύνη των ανθρώπων. Στο παράδειγμα με την μοιχαλίδα, οι κατηγοροί της προσπάθησαν να εφαρμώσουν την ανθρώπινη δικαιοσύνη εκτελώντας την ποινή του νόμου. Ο Χριστός όμως εφάρμωσε τη δικαιοσύνη της Βασιλείας του που βασίζεται επάνω στο έλεος και στην αγάπη ιδιαίτερα για όσους, σύμφωνα με τον νόμο, δεν την αξίζουν. Ο Χριστός αναποδογύρισε τις ανθώπινες ιδέες περί δικαιοσύνης και επανέφερε την πραγματική ιδέα της δικαιοσύνης ενός Θεού «που δικαιώνει τους αδίκους». Αυτοί που απεχθάνονται περισσότερο την δικαιοσύνη του Χριστού είναι οι λεγόμενοι «καλοί άνθρωποι» που καυχώνται στη δική τους δικαιοσύνη και κατακρίνουν όσους δεν τα καταφέρνουν το ίδιο καλά με αυτούς. Γιαυτό η δικαιοσύνη του Θεού φέρνει τα πάνω κάτω «και έσονται οι έσχατοι πρώτοι, οι δε πρώτοι έσχατοι».

Αυτούς που η ανθρώπινη δικαιοσύνη θεωρεί απωλεσμένους, η δικαιοσύνη του Θεού θα ψάξει μέχρι να τους βρεί και τελικά να τους θεραπεύσει. Ο πλέον εκφραστής της δικαιοσύνης του Θεού είναι λοιπόν ο υιός ανθρώπου Ιησούς ο οποίος ταυτίσθηκε με όλους όσους η δικαιοσύνη των ανθρώπων είχε απορρίψει. Πήγε σε όλους τους απόκληρους και τους ανακοίνωσε τα καλά νέα ότι θα είναι πρώτοι στη βασιλεία Του και τους υπενθύμισε ότι ο «ουράνιος» Πατέρας μετράει μέχρι και τις τρίχες των κεφαλιών τους. Δίνοντας τους πίσω την χαμένη τους ανθρώπινη αξιοπρέπεια ο Χριστός ικανοποίησε την δικαιοσύνη του Θεού. Ταυτίστηκε τόσο πολύ με τους απόκληρους που υπέστη και ο ίδιος την απόρριψη που είχαν από τους «δίκαιους». Γνώρισε απο πρώτο χέρι τί εστί ταπείνωση, απόρριψη και αδικία. Γιαυτό και «εν τη ταπεινώσει αυτου η κρίσις αυτου ηρθη» ( ΠΡΑΞ 8:33 ). Ο Χριστός απέδειξε ότι ο Θεός είναι πάντα μαζί με τους αδικημένους και τους κατατρεγμένους αυτού του κόσμου. Ο θρίαμβος της Ανάστασης φανέρωσε και επισφράγισε την ταύτηση του Χριστού με τους αδικημένους και καταπιεσμένους ανθρώπους όλων των εποχών. Όταν πέθανε ο Χριστός ( με έναν τόσο ατιμωτικό τρόπο ) φάνηκε να θριαμβεύει η δικαιοσύνη του κόσμου αυτού και να πεθαίνει η δικαιοσύνη του Θεού. Ο ΩΝ όμως είχε άλλη γνώμη: «Ο Κύριος εκτελεί διακαιοσύνη... για όλους όσους καταπιέζονται» ( ΨΑΛΜ 103: 6 ).

Η ανώτερη δικαιοσύνη του Θεού, η μόνη πραγματική δικαιοσύνη, αποκαλύφθηκε στην Ανάσταση του Υιού του Ανθρώπου. Στην Ανάσταση του Χριστού, η οποία ανάσταση αποτέλεσε το ευαγγέλιο (καλά νέα) του Απ. Παύλου, αποκαλύπτεται σε όλο της το μεγαλείο η πραγματική δικαιοσύνη του Θεού ( βλέπε ΡΩΜ 1: 17 ). Η υπερβολικά σκανδαλώδης αυτή δικαιοσύνη του Θεού, η οποία σημειωτέον είναι δικαιοσύνη «χωρίς/εκτός νόμου» ( ΡΩΜ 3: 21 ), ανατρέπει την κάθε έννοια ανταποδοτικής δικαιοσύνης και φέρνει σωτηρία σε όλους τους αμαρτωλούς μέσω της γενναιοδωρίας Εκείνου που μας αγάπησε όλους μέχρι θανάτου. Μαζί με τον Χριστό αναστήθηκαν και δικαιώθηκαν όλοι οι αδικημένοι και όλοι οι κατατρεγμένοι του κόσμου, ενώ παράλληλα εγκαινιάσθηκε η Νέα Ανθρωπότητα της οποίας το Άλφα και το Ωμέγα είναι ο Χριστός.

Αυτή λοιπόν είναι η δικαιοσύνη που φανέρωσε η σταυρική θυσία του Χριστού. Όχι έναν οργισμένο θεό-ξόανο που διψούσε για αίμα προκειμένου να κατευνασθεί αλλά έναν Θεό αγάπης που πάντα ταυτίζεται με όσους υποφέρουν. Σε αυτό συμφωνεί και η ανώτερη Ορθόδοξη θεολογία. Δυστυχώς οι πρώτοι Χριστιανοί δεν κατανόησαν πλήρως την αποκάλυψη αυτή και έσπευσαν να ερμηνεύσουν την σταύρωση του Χριστού μέσα απο τις τότε επικρατούσες αντιλήψεις περί ανταποδοτικής δικαιοσύνης και αιματηρών θυσιών, οι οποίες αντιλήψεις είχαν μάλιστα βρεί έκφραση και μέσα απο την θρησκευτική παράδοση του Ιουδαϊκού ιερατείου. Το σκάνδαλο της ατιμωτικής σταύρωσης του Μεσσία ήταν πάρα πολύ μεγάλο ( όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Brinsmead, «ακόμα και εάν είχε βρεθεί νεκρός μεθυσμένος μέσα σε κάποιο μπορντέλο, δεν θα είχε ατιμωθεί όσο ατιμώθηκε με την σταύρωση!» ) με αποτέλεσμα μετά απο την Ανάσταση, οι πιστοί να σπεύσουν να τη δικαιολογήσουν τοποθετόντας την μέσα στα πλαίσια κάποιας αιματηρής θυσίας «για τις αμαρτίες».

Αυτό είναι απόλυτα κατανοητό καθώς τόσο απο πλευράς εθνικών όσο και απο πλευράς Ιουδαίων, η σταύρωση του Ιησού ήταν ένα τεράστειο σκάνδαλο. Για τους μεν εθνικούς ήταν αδιανόητο κάποιος «υιός θεού» να ατιμωθεί με τέτοιον τρόπο, ενώ για τους Ιουδαίους ο Νόμος τους ήταν σαφέστατος «καταραμένος ο επι ξύλου κρεμάμενος». Το γεγονός της Ανάστασης, ξαναζωντάνεψε βέβαια την πίστη των μαθητών Του, αλλά το σκάνδαλο της σταύρωσης παρέμενε το αξεπέραστο. Έπρεπε λοιπόν με κάθε τρόπο να δικαιολογήσουν την σταύρωση του Χριστού. Στα πρώτα κηρύγματα, ( ίχνη των οποίων βλέπουμε πίσω απο τις περιγραφές του βιβλίου ‘Πράξεις των Αποστόλων’ ) οι μαθητές του Αναστημένου Μεσσία χαρακτήρισαν την σταύρωση ως άδικη και εγκληματική ενέργεια των αρχών, αλλά αυτό δεν στάθηκε αρκετό. Προέκυψε λοιπόν δειλά δειλά η ερμηνεία της σταύρωσης ως αιματηρής θυσίας με πρότυπο τις θυσίες του Μωσαϊκού συστήματος.

Ίχνη της ομολογουμένως άτσαλης αυτής προσπάθειας βλέπουμε σε διάφορα σημεία των επιστολών του Απ. Παύλου ο οποίος χωρίς να έχει σκοπό να διατυπώσει κάποια συστηματική θεολογία απλά εξέφραζε - συχνά με εκστατικά ξεσπάσματα – το μεγάλο μυστήριο της σταύρωσης του Μεσσία δανειζόμενος τα γνώριμα σύμβολα της πατροπαράδοτης πίστης του. Ίχνη της ιδέας του ιλασμού βλέπουμε και στις υπόλοιπες γραπτές πηγές που παρήγαγε η κοινότητα των πιστών (ιδαίτερα στην αμφιλεγόμενη επιστολή «Προς Εβραίους»), αλλά κανένας απο τους Χριστιανούς συγγραφείς του πρώτου αιώνα δεν έφτασε στο σημείο να διατυπώσει ανοιχτά κάτι τέτοιο. Αυτό έμελλε να το κάνει αργότερα ο πατέρας της Λατινικής θεολογίας Αυγουστίνος.

Όπως γράφει και ο Brinsmead, «Η Εκκλησία προσπάθησε να δικαιολογήσει το σκάνδαλο της σταύρωσης του Ιησού λέγοντας ότι επρόκειτο για μία θυσία που ετοίμασε ο Θεός για να πληρωθούν/συγχωρεθούν  όλες οι αμαρτίες του κόσμου. Με άλλα λόγια, είπαν ότι ο Ιησούς δεν θανατώθηκε μονάχα απο ανθρώπους που εκτελούσαν την εντολή του Νόμου, αλλά θανατώθηκε και απο τον ίδιο τον Θεό ως πληρωμή ενός ακόμα σκληρώτερου, ενός άπειρα σκληρώτερου Νόμου. Έτσι όλη η έμφαση άρχισε να δίνεται απο την σωτήρια δικαιοσύνη της Ανάστασης η οποία είναι δικαιοσύνη «εκτός νόμου», στην ποινική δικαιοσύνη του ανταποδοτικού Νόμου. Έτσι η Χριστιανική θρησκεία έκανε πλήρη μεταβολή και επέστρεψε στην παλαιά δικαιοσύνη του Νόμου, την οποία όμως δικαιοσύνη ο Ιησούς απέρριψε ανοικτά και την οποία ο ίδιος ο Θεός ξεσκέπασε ως ανεπαρκή και κατάργησε μέσω της ανώτερης δικαιοσύνης της ανάστασης. Δυστυχώς όμως η Εκκλησία νεκρανάστησε την παλαιά ανταποδοτική δικαιοσύνη του Νόμου και εισήγαγε έναν νομικισμό κατα πολύ χειρότερο απο εκείνον του Ιουδαϊσμού... Η δικαιοσύνη της ανάστασης όμως δεν έχει καμμία σχέση με όλα αυτά, καθώς πρόκειται για το σκάνδαλο μίας σωτήριας δικαιοσύνης η οποία υπερβαίνει όλες τις νομικές και ποινικές κατηγορίες, επειδή είναι μία δικαιοσύνη που βασίζεται στην άνευ όρων αποδοχή των ανθρώπων απο την αγάπη του Θεού, η οποία αγάπη ποτέ δεν σκέφτηκε,( και ούτε πρόκειται ποτέ να σκεφτεί ) να αποκλείσει έστω και έναν άνθρωπο απο την κοινωνία με τον Θεό» (15)

Ο Απ. Παύλος αντιλήφθηκε κάπως την ευρύτητα της απελευθερωτικής δικαιοσύνης του Θεού γιαυτό και δίδαξε ότι όλα ανεξαιρέτως τα δημιουργήματα του Θεού ( με πρώτους τους ανθρώπους ) θα συμφιλιωθούν μαζί Του μέσω της σταυρικής θυσίας του Χριστού. Τα ίδια «πάντα» που δημιουργήθηκαν «διαμέσου Χριστού» θα συμφιλιωθούν επίσης «διαμέσου Χριστού» ( βλέπε ΚΟΛΟΣ 1: 15-22 ). Η «θυσία» του Χριστού, σύμφωνα με την εκστατική ερμηνεία του Απ. Παύλου, δεν έγινε για να εξευμενισθεί ένας οργισμένος θεός, αλλά για να συμφιλιωθεί ο άνθρωπος με τον Πατέρα Θεό. Ο άνθρωπος λοιπόν είναι αυτός που συμφιλιώνεται με τον Θεό και όχι ο Θεός με τον άνθρωπο. Δυστυχώς η Δυτική θεολογία απέτυχε να συλλάβει αυτή τη διάσταση της διδασκαλίας του Απ. Παύλου. Στο σημείο αυτό η Ορθόδοξη θεολογία είναι σαφώς υγιέστερη της Δυτικής θεολογίας: «Είναι φανερόν ότι η Φραγκο-Λατινική Παράδοσις κατά την οποίαν οι σεσωζμένοι είναι εκείνοι εις τους οποίους ο Χριστός δήθεν κατήλαξε τον Πατέρα του δεν έχει θέσιν εις την Ορθόδοξον Παράδοσιν. Ερμηνεύων το 2 Κορ. 5:19, π.χ., ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος λέγει, "Καταλλάγητε τω θεώ. Και ουκ είπε, καταλάξατε εαυτοίς τον Θεόν, ου γαρ εκείνός εστιν ο εχθραίνων, αλλ' ημείς, Θεός γαρ ουδέποτε εχθραίνει."» (16)

Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι οι προφήτες ( με των οποίων την παράδοση ταυτίσθηκε και ο Χριστός ) απέρριψαν με έντονο τρόπο τις θυσίες ως μέσα καθαρισμού ή «δικαίωσης» ενώπιον του Θεού, τονίζοντας αντίθετα ότι αυτό που ζητάει ο Θεός είναι η ατομική και κοινωνική δικαιοσύνη, το έλεος και η συμπόνοια:

«με τι θελω ελθει ενωπιον του Κυριου, να προσκυνησω ενωπιον του Υψιστου Θεου; θελω ελθει ενωπιον αυτου με ολοκαυτωματα με μοσχους ενιαυσιους; θελει ευαρεστηθη ο Κυριος εις χιλιαδας κριων η εις μυριαδας ποταμων ελαιου; θελω δωσει τον πρωτοτοκον μου δια την παραβασιν μου τον καρπον της κοιλιας μου δια την αμαρτιαν της ψυχης μου; αυτος σοι εδειξεν ανθρωπε τι το καλον και τι ζητει ο Κυριος παρα σου ειμη να πραττης το δικαιον και να αγαπας ελεος και να περιπατης ταπεινως μετα του Θεου σου»  (Μιχαϊας 6: 6-8), και «διοτι δεν θελεις θυσιαν αλλως ηθελον προσφερει εις ολοκαυτωματα δεν αρεσκεσαι, θυσιαι του θεου ειναι πνευμα συντετριμμενον καρδιαν συντετριμμενην και τεταπεινωμενην θεε δεν θελεις καταφρονησει» (ΨΑΛΜ 51: 16,17). Βλέπουμε ξεκάθαρα λοιπόν ότι όσον αφορά τους προφήτες και μερικούς απο τους ψαλμωδούς, ο Θεός δεν χρειάζεται κάποια θυσία ή άλλη ιερατική πράξη για να μπορεί να συγχωρέσει τους ανθρώπους. Η μετάνοια αρκεί. Αλλού διαβάζο