Τα
αυθεντικά
λόγια του
Χριστού
του Νικήτα Μπάλλα
Η
αυθεντικότητα
των λόγων που
αποδίδονται
στον Χριστό
απο τους
συγγραφείς
των τεσσάρων
ευαγγελίων, συνεχίζει
να αποτελεί σοβαρό θέμα συζήτησης στους θεολογικούς κύκλους, και όχι
μόνον.
Το ερώτημα είναι απλό. Είπε ο Ιησούς όλα όσα του αποδίδονται στις
γραπτές παραδόσεις της Χριστιανικής θρησκείας (συμπεριλαμβανομένων
και των 4 ευαγγελίων της Καινής Διαθήκης);
Όπως προκύπτει απο την επιστημονική
έρευνα, μάλλον όχι. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο Ιησούς της Ιστορίας
δεν είπε όλα όσα αναφέρονται στις γνώριμες ευαγγελικές πεικοπές, και
πιθανότατα δεν είπε
(κατα λέξη)
σχεδόν τίποτα απο όσα διαβάζουμε στα 4
"κανονικά" ευαγγέλια.
Τις πρώτες
δεκαετίες
μετά απο την
Ανάσταση
διαμορφώθηκε
μία πλούσια
προφορική
και γραπτή
παράδοση
σχετικά με τα
έργα και τις
ημέρες του
Ιησού. Δεν
έλλειψαν και
οι υπερβολές
όπως
βλέπουμε
ιδιαίτερα σε
ορισμένα απο
τα «απόκρυφα»
ευαγγέλια
που
διεσώθηκαν.
Αυτό ήταν
εντελώς
φυσιολογικό.
Επίσης:
«υπήρξε
και ο
παράγοντας
των ραγδαίων
ιστορικών
εξελίξεων
μέσα στους
κόλπους της
εκκλησίας. Η
κοινότητα
των πιστών
προσάρμωσε
την
διαμορφόμενη
παράδοση
σχετικά με
τον Χριστό
πολλές φορές
με σκοπό να
αντιμετωπίσουν
τις
ιστορικές
προκλήσεις ή
ακόμα και για
να
ξεδιαλύνουν
τις
θρησκευτικές
τους
διαφωνίες (π.χ
ποιός είχε
μεγαλύτερη
αποστολική
εξουσία, ο Απ.
Παύλος ή ο Απ.
Πέτρος, η
τήρηση του
Ιουδαϊκού
Νόμου απο
Χριστιανούς,
κλπ). Όπως οι
συγγραφείς
των κειμένων
της Παλαιάς
Διαθήκης
μερικές
φορές δεν
απέφευγαν το
πειρασμό να
στηρίξουν τη
διδασκαλία
τους με τα
εισαγωγικά «ο
Μωησής είπε...»
έτσι και οι
ηγέτες των
Χριστιανικών
κοινοτήτων
της δεύτερης
και τρίτη
γενεάς
υιοθέτησαν
την φράση «ο
Ιησούς είπε...»
προκειμένου
να δώσουν
έμφαση σε
κάποιο
σημαντικό
σημείο της
διδασκαλίας
τους»
Πολλοί
ειδικοί
επιστήμονες
αμφισβητούν,
άλλοι
λιγότερο
άλλοι
περισσότερο,
το κατα πόσο ο
Ιησούς
πραγματικά
είπε τα όσα
καταγράφονται
στα τέσσερα
ευαγγέλια (τα
οποία,
σύμφωνα με
την άποψη
πολλών
ακαδημαϊκών,
γράφτηκαν
πολλές
δεκαετίες
μετά απο την
ίδρυση της
Εκκλησίας
απο
άγνωστους
συγγραφείς).
Ο
Scott
Bidstrup
(1)
εξηγεί:
«Χρειάζεται
προσοχή όταν
εξετάζουμε
τα
Χριστιανικά
κείμενα του 1ου
αιώνα. Η
προσοχή
καθιστάται
αναγκαία απο
το γεγονός
ότι κατα τη
διάρκεια
αυτής της
εποχής, δεν
θεωρείτο ως
κάτι το
άσχημο το να
έγραφε
κανείς δικό
του υλικό και
να το απέδιδε
σε κάποιον
άλλον, σε
κάποιον που
θεωρούσε ως
φιλοσοφικό/θρησκευτικό
του μέντορα.
Πολλοί
λοιπόν
έγραφαν το
δικό τους
υλικό
χρησιμοποιώντας
ιδέες, ύφος,
γνωστά
αποφθέγματα,
τεχνικές,
λεξιλόγιο
και φυσικά το
όνομα του
αγαπημένου
τους μέντορα.
Μάλιστα, η
πρακτική
αυτή όχι μόνο
ήταν
συνηθισμένη,
αλλά και
διδασκόταν
ως ειδική
τέχνη απο τις
σχολές της
εποχής
εκείνης. Αυτή
η πρακτική
καθιστά το
έργο της
μοντέρνας
ακαδημαϊκής
έρευνας
υπερβολικά
δύσκολο όσον
αφορά το πότε
και το ποιοί
πραγματικά
έγραψαν τα
κείμενα που
απαρτίζουν
την Καινή
Διαθήκη. Το
πρόβλημα
αυτό, αν και
τεράστειο, εν
τούτοις, δεν
είναι άλυτο,
και έτσι η
μοντέρνα
βιβλική
επιστήμη
έχει
διαμορφώσει
τεχνικές που
έχουν
εφαρμοσθεί
με επιτυχία
στα αρχαία
αυτά
Χριστιανικά
κείμενα,
έχοντας σε
πολλές
περιπτώσεις
ανακαλύψει
ποιοί, πότε
και γιατί τα
έγραψαν. Όταν
αυτές οι
τεχνικές
εφαρμόζονται
επάνω στα
κείμενα της Κ.Δ,
συχνά τα
αποτελέσματα
είναι
εκπληκτικά»
Η
Karen
Armstrong
γράφει
χαρακτηριστικά:
«Γνωρίζουμε
ελάχιστα για
τον ιστορικό
Ιησού. Η πρώτη
μακροσκελής
αναφορά στη
ζωή και το
έργο του ήταν
το Κατα
Μάρκον
ευαγγέλιο, το
οποίο
γράφτηκε
μετά απο το 70 μ.Χ,
περίπου 40
χρόνια μετά
απο τον
θανατό του.
Μέσα στα
χρόνια αυτά,
τα ιστορικά
γεγονότα
είχαν
στολισθεί με
μυθολογικά
στοιχεία, τα
οποία όμως
εξέφραζαν το
νόημα που
είχε
αποκτήσει ο
Ιησούς για
τους πιστούς
οπαδούς του
πολύ
καλύτερα απο
ότι θα έκανε
μία
κυριολεκτική
βιογραφία» (2).
Μετά
το Κατα
Μάρκον
ευαγγέλιο,
γράφτηκε το
Κατα
Ματθαίον.
Όπως και τα
υπόλοιπα
ευαγγέλια, το
Κατα
Ματθαίον
ήταν αρχικά
ανώνυμο. Ο
τίτλος «Κατα
Ματθαίον»
προστέθηκε
κατα τη
διάρκεια του 2ου
αιώνα.
Σύμφωνα με
τον ιστορικό
Ευσέβιο (Ε.Ι 3.39.16),
πρώτος
φαίνεται να
αποδίδει το
ευαγγέλιο
αυτό στον
απόστολο
Ματθαίο ο
Παπίας τον 2ο
αιώνα. Απο ότι
γνωρίζουμε η
άποψη του
Παπία δεν
αμφισβητήθηκε
απο τους
Χριστιανούς
του 2ου
αιώνα, αν και
πατέρες όπως
ο Ωριγένης
παραδέχθηκαν
ότι το εν λόγω
ευαγγέλιο
κυκλοφορούσε
σε πολλές
μορφές
γεμάτο
προσθήκες
και
παραλλαγές.
Το Κατα
Ματθαίον
ευαγγέλιο
κατέληξε
πάντως να
θεωρείται
απο πολλούς
πατέρες ως
ένα απο το
κυριότερα
Χριστιανικά
συγγράμματα.
Δεν
αποκλείεται
ο Παπίας να
είχε κάποιο
δίκηο και το
ευαγγέλιο
αυτό όντως να
γράφτηκε σε
κάποια
αρχική μορφή
απο τον
απόστολο
Ματθαίο ή απο
ανθρώπους
που
συνδέονταν
μαζί του.
Σίγουρα όμως
το κείμενο
που έχουμε
σήμερα στον
κανόνα της Κ.Δ
περιέχει
μεγάλο
αριθμό
προσθηκών
και
αλλοιώσεων
και
αποκλείεται
να γράφτηκε στο
συνολό του
απο τον
μαθητή του
Ιησού
Ματθαίο.
Όπως
σχολιάζει ο Bidstrup,
ο αρχικός
συγγραφέας
του εν λόγω
ευαγγελίου «ήταν
ένας
μορφωμένος
συντηριτικός
Ιουδαίος,
εκπαιδευμένος
άρτια στις
λεπτομέρειες
της
Λευϊτικής
παράδοσης,
και ήταν
αποφασισμένος
να δείξει
στους
συμπατριώτες
του την
μεγάλη αξία
του Ιησού. Γράφοντας
περίπου μία
δεκαετία
μετα απο την
καταστροφή
του 70 μ.Χ, ο ‘Ματθαίος’
βάλθηκε να
εξηγήσει
στον
εναπομείναντα
Ιουδαϊκό
κόσμο ποιός
ήταν ο Ιησούς,
και να τους
πείσει ότι η
σωτηρία
βρισκόταν
έξω απο τον
Ιουδαϊσμό,
στο πρόσωπο
του Μεσσία
Ιησού... Ο
συντηρητισμός
του ‘Ματθαίου’
ήταν και η
πηγή όλης
αυτής της
έμφασης στο ‘πυρ
της γέενας’
που βλέπουμε
στο εν λόγω
ευαγγέλιο.
Εάν δεν
υπήρχε το
ευαγγέλιο
του ‘Ματθαίου’
στον κανόνα
της Κ.Δ, θα
υπήρχαν
ελάχιστες
άλλες
βιβλικές
αναφορές
στην γέενα»
Πέρα
απο τα κοινά
σημεία που
έχει με το Κατα
Μάρκον
ευαγγέλιο, το Κατα
Ματθαίον
κείμενο έχει
και ορισμένα
άλλα κοινά
σημεία με το
τρίτο
συνοπτικό
ευαγγέλιο, το Κατα
Λουκάν. Το
κοινό αυτό
υλικό των
ευαγγελίων
Ματθαίου και
Λουκά
αποδίδεται
σε μία
νωρίτερη
Χριστιανική
πηγή, την
οποία οι
επιστήμονες
έχουν
ονομάσει “Q”.
Με άλλα λόγια,
ο συγγραφέας
του Κατα
Ματθαίον,
όταν έγραφε
το κείμενο,
είχε μπροστά
του
τουλάχιστον
δύο
διαφορετικές
πηγές, το
κείμενο του
Μάρκου, το “Q”,
και
πιθανότατα
άλλες
γραπτές και
προφορικές
πηγές. Ο «Ματθαίος»
έκανε χρήση
των
Ιουδαϊκών
λογοτεχνικών
μεθόδων Targum
και Midrash.
Δεν έκανε
πιστή
αντιγραφή
των σημείων
που
δανείσθηκε
απο το Κατα
Μάρκον αλλά
προέβη σε –
συχνά
άτσαλες -
διορθώσεις,
μεθερμηνείες,
προσθήκες
και
μυθοπλασίες
όπου θεώρησε
αναγκαίο. Το
ίδιο έκανε
και με τις
γραφές που
δανείσθηκε
απο την Π.Δ
μεθερμηνευοντάς
τες σύμφωνα
με την μέθοδο Targum.
Εκεί
φαίνεται
άλλωστε και η
Ιουδαϊκή
ταυτότητα
του «Ματθαίου»,
αν και το
παράκανε με
το Targum,
αλλάζοντας
μάλιστα σε
ορισμένες
περιπτώσεις
εντελώς την
έννοια των
γραφών της Π.Δ
στην
προσπαθειά
του να πείσει
τους
συμπατριώτες
του ότι ο
Ιησούς «εκπλήρωσε
όλο τον νόμο
και τους
προφήτες».
Ο
Scott
Bidstrup
συνεχίζει:
«Ότι ήταν ο ‘Ματθαίος’
για τους
Ιουδαίους,
έγινε ο ‘Λουκάς’
για τους
εθνικούς.
Γνώστης της
Ελληνικής,
και σχεδόν
σίγουρα
εθνικής
καταγωγής, ο ‘Λουκάς’
θεώρησε
αναγκαίο να
γράψει με τη
σειρά του ένα
ευαγγέλιο
που να εξηγεί
την ουσία της
νέας
θρησκείας
στους
εθνικούς. Σαν
τον ‘Ματθαίο’
πριν απο
αυτόν, ο ‘Λουκάς’
είχε στη
διαθεσή του
το ευαγγέλιο
του ‘Μάρκου’
το υλικό του
οποίου
χρησιμοποίησε
ελεύθερα,
αντιγράφοντας
ολόκληρα
αποσπάσματα
και
προσθέτοντας
αλλαγές που
εξηπερετούσαν
τις δικές του
ανάγκες. Με
την άνοδο του
Δομιτιανού
στον Ρωμαϊκό
θρόνο το 81 μ.Χ,
άρχισαν νέοι
διωγμοί κατα
των
Χριστιανών
και ο ‘Λουκάς’
είδε την
ανάγκη να
καθησυχάσει
τις
ανησυχίες
των Ρωμαίων
σχετικά με
την ραγδαία
εξαπλωνόμενη
νέα θρησκεία,
δειχνοντάς
τους ότι δεν
αποτελούσε
καμμία
απειλή για
την Ρωμαϊκή
αυτοκρατορία,
αλλά απλά μία
προέκταση
της
πανάρχαιης
Ιουδαϊκής
παράδοσης.
Γιαυτό
λοιπόν
απευθύνεται
στην
εισαγωγή του
ευαγγελίου ‘προς
τον
εξοχώτατο
Θεόφιλο’»
«Επειδή
ο ‘Λουκάς’
έγραφε σε
έναν Ρωμαίο
επίσημο,
απευθυνόμενος
έτσι στην
ελίτ του
Ρωμαϊκού
κόσμου, ήταν
πολύ
προσεκτικός
στο να
παρουσιάσει
την Ρώμη με
όσο το
δυνατόν
θετικότερο
τρόπο. Για
παράδειγμα, ο ‘Λουκάς’
έχει τους
στρατιώτες
του Ηρώδη να
μαστιγώνουν
τον Ιησού, και
όχι τους
Ρωμαίους,
όπως έγραφε ο ‘Μάρκος’.
Επίσης
συμπεριλαμβάνει
την
διακήρυξη
ότι η
βασιλεία του
Χριστού ‘δεν
είναι αυτού
του κόσμου’
για να πείσει
τους
Ρωμαίους ότι
η νέα
θρησκεία δεν
είναι κάποια
πολιτική
συνομωσία
ενάντια στην
Ρώμη.
Υπάρχουν
πολλά
παραδείγματα
μέσα στο
ευαγγέλιο
του ‘Λουκά’ τα
οποία το
φέρνουν σε
αντίθεση με
τα άλλα
ευαγγέλια.
Αυτό
εξηγείται
απο το
γεγονός ότι ο ‘Λουκάς’
προσπάθησε
να
παρουσιάσει
την ιστορία
με τρόπο
κολακευτικό
για τους
Ρωμαίους»
«Το
τελευταίο
χρονικά ‘κανονικό’
ευαγγέλιο
είναι φυσικά
αυτό που
φέρει το
όνομα του ‘Ιωάννη’.
Αν και είναι
το αγαπημένο
ευαγγέλιο
των ‘κατα
γράμμα’
Χριστιανών,
το ευαγγέλιο
αυτό
στρέφεται
ενάντια στον
κυριολεκτισμό.
Τα κεφάλαια 3, 4, 6
και 8
περιέχουν
ιστορίες
όπου
διακωμωδούνται
όσοι
αντιλαμβάνονται
την Βιβλική
παράδοση
κατα γράμμα.
Το ‘κατα
Ιωάννην’
ευαγγέλιο
είναι
αριστοτεχνικά
γραμμένο,
είναι
σίγουρα το
έργο κάποιου
μορφωμένου
και βαθύτατα
πνευματικού
ανθρώπου, ο
οποίος
κατανούσε
πολύ καλά ότι
ο μύθος και το
σύμβολο
είναι η ουσία
των γραφών,
και όχι η
κυριολεκτική
σημασία των
λέξεων. Ποιός
ήταν ο ‘Ιωάννης’
δεν
γνωρίζουμε.
Έγραψε το
ευαγγέλιο
στα πρώτα
χρόνια του 2ου
αιώνα, δηλαδή
σχεδόν έναν
αιώνα μετά
απο τα
γεγονότα που
περιγράφει... Ο
Ιωάννης
έγραψε το
ευαγγελιό
του έχοντας
υπ όψιν το
αυξανόμενο
χάσμα μεταξύ
Ιουδαϊσμού
και
Χριστιανισμού,
το οποίο
προσπάθησε
να
περιορίσει
διαμορφώνοντας
μία
μυθολογία
που θα ήταν
αποδεκτή και
στις δύο
πλευρές. Έτσι
χρησιμοποίησε
άφθονο υλικό
απο την
πλούσια
Ιουδαϊκή
παράδοση,
προσφέροντας
έτσι μία
όμορφη
εναλλακτική
λύση στους
Ιουδαίους
που
αισθάνονταν
την
αποπνικτική
ατμόσφαιρα
του έντονου
απομονωτισμού
που
διαμορφώθηκε
στον
Ιουδαϊσμό
μετά απο την
καταστροφή
του Δεύτερου
Ναού»
Φυσικά
έχουμε και
δεκάδες άλλα
ευαγγέλια
που
κυκλοφόρησαν
κατα την
διάρκεια των
πρώτων δύο
αιώνων. Απο
όλα
ξεχωρίζει το «απόκρυφο»
Κατα Θωμάν
ευαγγέλιο, το
οποίο πολλοί
ερευνητές
θεωρούν κατα
πολύ
αρχαιότερο
των τεσσάρων
κανονικών
ευαγγελίων,
τοποθετώντας
το γύρω στο 50 μ.Χ.
Στο
ευαγγέλιο
αυτό,
διαβάζουμε
μεταξύ άλλων
τον Ιησού να
απαντάει
στην ερώτηση
των μαθητών
του σχετικά
με την έλευση
της
βασιλείας
του Θεού ότι «Η
βασιλεία του
Θεού δεν
έρχεται μετα
παρατηρήσεως.
Η βασιλεία
του Θεού
είναι παντού
γύρω μας τώρα,
αλλά
επιλέγουμε
να μην την
διακρίνουμε».
Η Εκκλησία
δεν θέλει
τέτοιες
διδασκαλίες
επειδή δεν
μπορεί να τις
ελέγχει.
Εύλογα
λοιπόν το
ευαγγέλιο
αυτό
αφαιρέθηκε
απο τον
κανόνα της Κ.Δ
στην
Οικουμενική
Σύνοδο της
Νίκαιας τον 4ο
αιώνα... Το
ζητούμενο
και πάλι
είναι, είπε
αυτά τα λόγια
ο Χριστός;
Τα
τελευταία
διακόσια
χρόνια
γίνεται μία
μεγάλη
προσπάθεια
απο
ιστορικούς,
γλωσσολόγους,
θεολόγους,
κλπ να
διαπιστωθεί
ποιά λόγια
πραγματικά
ξεστόμισε ο
ιστορικός
Ιησούς. Η
προσπάθεια
αυτή
συνεχίζεται
με αμείωτο
ενδιαφέρον
απο όλες τις
ενδιαφερόμενες
πλευρές. Το
θετικό της
όλης
υπόθεσης
είναι ότι
ολοένα και
περισσότερα
απο τα λόγια
που
αποδίδονται
στον Ιησού,
αποδεικνύονται
απο τους
ειδικούς
επιστήμονες
ως αυθεντικά,
εάν όχι κατα
γράμμα,
τουλάχιστον «εν
πνεύματι»,
καθώς
εναρμονίζονται
με εκείνα τα
λόγια που
θεωρούνται
πέραν κάθε
αμφισβήτησης
ως δικά Του.
Ο
Robert Brinsmead
(3)
συνοψίζει
την εως τώρα
πρόοδο στην
ιστορική
έρευνα για τα
αυθεντικά
λόγια του
Θεανθρώπου
ως εξής:
«200
χρόνια
συστηματικής
επιστημονικής
έρευνας
έχουν
αποδείξει
ότι η
ιστορική
αναζήτηση (
για τα
αυθεντικά
λόγια του
Ιησού ) είναι
κάθε άλλο
παρά εύκολη.
Παρόλα αυτά,
πρόσφατα
είχαμε
μεγάλη
πρόοδο η
οποία μας
επιτρέπει να
είμαστε
αισιόδοξοι
ότι θα
ξεπερασθούν
όλα τα
εμπόδια. Όπως
συμβαίνει
συχνά,
φαινομενικά
αξεπέραστα
προβλήματα
και μεγάλα ‘άλυτα’
μυστήρια
τελικά
ξεπερνιόνται
με πολύ απλές
λύσεις. Αυτό
ισχύει και
στην
περίπτωση με
την ιστορική
έρευνα για
την ανεύρεση
της
αυθεντικής
φωνής και
ζωής του
Ιησού.
Πιστεύουμε
ότι το κλειδί
βρίσκεται
στην
μεγαλειώδη
ανθρωπιά του
Ιησού η οποία
ανθρωπιά
αποδεικνύεται
ως απόλυτα
αυθεντική. Οι
θρησκείες, οι
κουλτούρες,
τα
κοινωνικοπολιτικά
συστήματα
και οι
κοσμοαντιλήψεις
που
επικρατούσαν
την εποχή του
Ιησού ήταν σε
πολλά
επίπεδα και
σε μεγάλο
βαθμό
απάνθρωπες.
Παρόλα αυτά, ο
Ιησούς ως «υιός
ανθρώπου»,
αποτέλεσε
έναν
ανεπανάληπτο
σταθμό στην
πρόοδο της
ανθρώπινης
συνείδησης
και στο
πανανθρώπινο
όραμα. Ο «υιός
ανθρώπου»
είχε όχι
μονάχα το
όραμα αλλά
και το
κουράγιο να
υπερασπισθεί
( ζώντας την )
την
αξιοπρέπεια
του να είναι
κάποιος/α
αυθεντικός
άνθρωπος. Το
έκανε αυτό
μέσα σε
συνθήκες που
χαρακτηρίζονταν
απο τον
συνεχή
κίνδυνο, την
καταπίεση
και την
απανθρωπιά»
«οι
ερευνητές
γενικά
συμφωνούν
ότι κάτω απο
τα διάφορα
στρώματα
θρησκευτικών
μύθων, υπήρξε
ένα
μεγαλειώδες
πρόσωπο τόσο
αυθεντικό
και τόσο
πραγματικό,
που
αποκλείεται
να ήταν
προϊόν
θρησκευτικής
φαντασίας.
Όταν
διαβάζουμε
τα πρώτα
Χριστιανικά
κείμενα
αμέσως
καταλαβαίνουμε
ότι οι
συγγραφείς
προσπαθούν
απεγνωσμένα
να χωρέσουν
τον Ιησού
μέσα στις
κοσμοθεωρίες
τους, αλλά την
ίδια στιγμή,
φαίνεται
ξεκάθαρα ότι ‘ο
υιός
ανθρώπου’ δεν
χωράει μέσα
στο μικρό
κουτί τους. Τα
σκανδαλώδη
σημεία της
ιστορίας του
Ιησού με
δυσκολία
αποκρύπτονται.
Ορισμένα απο
τα λόγια και
έργα του
Ιησού
έρχονται
φανερά σε
πλήρη
αντίθεση με
την
κοσμοθεωρία
των
συγγραφέων
οι οποίοι
αφήνουν εδω
και εκει
διάφορα
σημεία της
ιστορίας τα
οποία
παρέμειναν
ως σκόρπιες
νάρκες οι
οποίες ανα
πάσα στιγμή
ανατινάζουν
την
μυθοπλασία
τους σε χίλια
κομμάτια»
«...ο
αληθινός
Ιησούς της
ιστορίας
ήταν ο
μεγαλύτερος
απομυθοποιητής
της
θρησκευτικής
ιεραρχίας
και
παράδοσης,
ήταν ο
μεγαλύτερος
εικονοκλάστης
της ιστορίας
απορρίπτοντας
κάθε είδους
θρησκευτικής
εικόνας, είτε
αυτή ήταν
κάποιος
ιερός χώρος,
χρόνος, άτομο,
τελετή,
ιερατείο, ή
αντικείμενο.
Το
θρησκευτικό
κατεστημένο
της εποχής
του τον
καταδίκασε
γρήγορα
γρήγορα σε
θάνατο για ‘βλασφημεία’
ενώ και η
κοσμική
εξουσία
θεώρησε
σκόπιμο να
τον
ξεφορτωθεί
ως πιθανό ‘πρόβλημα’»
Ο
Ιησούς, όπως
προκύπτει
απο τα «πέραν
κάθε
αμφιβολίας
αυθεντικά
λόγια Του»
απέφευγε
τους
οποιουδήποτε
τίτλους και
αξιώματα. Του
άρεσε να αυτο-αποκαλείται
«υιός
ανθρώπου»
φανερώνοντας
έτσι την
πλήρη
ταυτισή του
και την
αλληλεγγύη
με ολόκληρο
το ανθρώπινο
γένος. Πέρα
απο αυτό, ο
ομολογουμένως
Μεσσιανικός
τίτλος «υιός
ανθρώπου»,
ανύψωσε την
ανθρώπινη
αξιοπρέπεια
στον
υπέρτατο
βαθμό, εκεί
πραγματικά
που της
αρμόζει, ως «εικόνα
και ομοίωση
του Θεού».
Πολλοί
Χριστιανοί
ίσως
λανθασμένα -
κυρίως εξ
αιτίας των
άστοχων
προσθηκών
του Κατα
Ματθαίον
ευαγγελίου -
να ταυτίζουν
τον τίτλο «υιός
ανθρώπου» με
νεώτερες
Ιουδαϊκές
ιδέες περι
Μεσσιανικού
πολεμιστή/βασιληά
( βλέπε
προφητείες
Δανιήλ – 2ος
αώνας π.Χ ), αλλά
η αυθεντική
παράδοση της
φράσης αυτής
πάει πολύ πιο
πίσω, και απλά
αναφέρεται
στο να είναι
κανείς
άνθρωπος.
Όπως γράφει
και η
αμερόληπτη Armstrong,
«Έχουν
διατυπωθεί
πολλές
απόψεις
σχετικά με
την φράση ‘υιός
ανθρώπου’
αλλά τελικά
απο ότι
φαίνεται,
στην
Αραμαϊκή της
μορφή Bar
Nasha
(
Εβρ. Ben
Adam
), απλά τόνιζε
την αδυναμία
και την
θνητότητα
που
χαρακτηρίζει
την
ανθρώπινη
ύπαρξη» ( A
History
of
God,
σελ. 98 ). Πέρα
όμως απο
θνητός, ο
άνθρωπος, ή αν
θέλετε, ο «υιός
ανθρώπου»,
περιγράφεται
στην Εβραϊκή
παράδοση και
ως το στολίδι
της
δημιουργίας
του Θεού. Τόσο
η ταπεινή όσο
και η
δοξασμένη
φύση του
ανθρώπου
περιγράφουν
τέλεια το
παράδοξο του
να είναι
κανείς «υιός
ανθρώπου»:
«τί
είναι ο
άνθρωπος ώστε
να ενθυμήσαι
αυτόν η ο υιός
του ανθρώπου
ώστε να
επισκέπτησαι
αυτόν, συ δε
έκαμες αυτόν
ολίγον τι
κατώτερον των
αγγέλων (εβρ «θεό»)
και με δόξαν
και τιμήν
εστεφάνωσας
αυτόν,
κατέστησας
αυτόν κύριον
επι τα έργα των
χειρών σου,
πάντα υπέταξας
υποκάτω των
πόδων αυτού» (
ΨΑΛΜ 8. 4-7 )
Με
τέτοιον
βασιλικό
τίτλο, όπως «υιός
ανθρώπου» τί
ανάγκη έχει ο
Ιησούς, ή ο
οποιοσδήποτε
άνθρωπος,
απο άλλους
τίτλους; Τί
πιό ανώτερο
απο το να
είναι κανείς
η εικόνα του
Θεού;
Και
τα
σχόλια του Brisnsmead:
«Όταν
ο Υιός του
Ανθρώπου
απορρίπτει
κάθε τίτλο
τιμής ή
αξιώματος
που μπορεί να
δοθεί απο
άνθρωπο, το
κάνει
έχοντας
πλήρη
επίγνωση και
συνείδηση
του ποιός
είναι απλά
και μόνο
επειδή είναι «υιός
ανθρώπου»,
δηλαδή
άνθρωπος.
Υποθέστε να
προσφέρανε
στον
Πρίγκηπα της
Ουαλίας τον
τίτλο του «ιππότη»
ή του «Λόρδου»,
θα τον
αποδεχόταν;
Φυσικά και
όχι, καθώς ήδη
απολαμβάνει
έναν πολύ
ανώτερο
τίτλο. Έτσι
και ο Υιός του
Ανθρώπου
έχοντας
επίγνωση του
ότι ως
άνθρωπος
έχει το
μεγαλύτερο
αξίωμα,
αξιοπρέπεια
και εξουσία,
απέρριψε τον
κάθε άλλο
τίτλο.
Αντίθετα
όμως με τον
Ιησού, η
θρησκεία
δημιουργεί
ιερές
εικόνες απο
διάφορα
πράγματα
όπως ο χρόνος (
Σάββατα, κλπ ), ο
τόπος ( ιερά
όρη, ιεροί
ναοί,
Ιερουσαλήμ,
κλπ ), δέντρα,
βράχια, νερό,
φωτιά,
ενδυμασίες,
τελετές,
δόγματα,
βιβλία,
ποταμούς,
αστέρες, άρτο,
δεν υπάρχει
κάτι, δεν
υπάρχει
πράγμα που σε
κάποια
στιγμή, σε
κάποιο μέρος,
να μην έχει
μετατραπεί
σε ιερή
εικόνα. Η
θρησκεία
ιεροποιεί
την φύση, είτε
ολοκληρωτικά
( όπως οι
αρχαίες
θρησκείες
της φύσης και
οι πιό
μοντέρνοι
οικολόγοι )
είτε κατα
μέρος ( όπως
έγινε στον
Ιουδαϊσμό
και στον
Χριστιανισμό
)»
«Οτιδήποτε
και αν είναι
το
ιεροποιημένο
πράγμα,
θεωρείται
ότι ενεργεί
ως μέσον (
μεσιτεία ) της
παρουσίας
του Θεού (
πνεύματος ).
Μερικοί
άνθρωποι
νομίζουν ότι
θα βρουν τον
Θεό σε κάποια
συγκεκριμένη
ιερή ημέρα
του χρόνου.
Άλλοι
πιστεύουν
ότι ο Θεός
βρίσκεται σε
κάποιο
συγκεκριμένο
ιερό χώρο,
όπως τα
Ιεροσόλλυμα, (
και για μας
τους Έλληνες,
Τήνος, Άγιον
Όρος, κλπ... ), Λούρδο,
κλπ. Άλλοι
νομίζουν ότι
έρχονται πιο
κοντά στον
Θεό μέσω
κάποιας
κάποιας
ειδικής
θρησκευτικής
τελετής ή
μυστηρίου.
Άλλοι
νοιώθουν την
Θεϊκή
παρουσία
τρώγοντας
κάποια
ειδική τροφή,
ή κάνοντας
κάποια
νηστεία.
Έπειτα
έχουμε την
θρησκεία των
Βιβλιστών οι
οποίοι είναι
βέβαιοι ότι
βρίσκουν τον
Θεό μέσα στις
σελίδες ενός
βιβλίου. Με
άλλα λόγια, τα
πάντα έχουν
ιεροποιηθεί
εκτός απο τον
άνθρωπο. Η
ανθρωπότητα
έχει
θυσιασθεί
στις
διάφορες
ιερές
εικόνες της
θρησκείας. Οι
εικόνες
καθιστούν «ιερό
χρέος» την
τυφλή
υποταγή και
υποδούλωση
των ανθρώπων
σε διάφορες
μορφές
εξουσίας.
Έχοντας όμως
πλήρη
επίγνωση της
αξίας και της
δόξας Του ως
άνθρωπος, ο
Υιός του
Ανθρώπου τα
τινάζει όλα
στον αέρα.
Απομυθοποιεί
και απο-ιεροποιεί
τα πάντα. Απο-ιεροποιεί
τα μέρη, τις
ημέρες, τις
τελετές, τους
βωμούς, τις
ιεραρχίες,
τις
παραδόσεις.
Απο-ιεροποιεί
τα πάντα
εκτός απο
τους απλούς
ανθρώπους,
άνδρες,
γυναίκες και
παιδιά. Με
άλλα λόγια
απο-ιεροποιεί
τα πάντα
εκτός απο την
αυθεντική
εικόνα του
Θεού, δηλαδή
τον άνθρωπο. Ο
Υιός του
ανθρώπου
υποτάσσει τα
πάντα «υποκάτω
των πόδων» του
ανθρώπου.
Θρησκεία, (
Σάββατα ),
Νόμοι, Γραφές,
τα πάντα,
πρέπει να
υπηρετούν
τον άνθρωπο
και όχι το
αντίθετο»
Το
μεγαλύτερο
όφελος της
επιστημονικής
έρευνας όσον
αφορά την
ανάλυση των
ιερών γραφών,
είναι η
απομυθοποιησή
τους.
Παύοντας να
είναι ο «αλάθητος»
και ο «απόλυτος»
Λόγος του
Θεού», οι
γραφές
αρχίζουν να
υπηρετούν
τον άνθρωπο,
αντί να τον
καταδυναστεύουν.
Επίσης, οι
πιστοί
μπορούν να
διαχωρίζουν
αυτό που πολλοί ονομάζουν "εμπειρία
του Χριστού"
με τις
ερμηνείες
της
εμπειρίας
του Χριστού
όπως αυτές
διατυπώθηκαν
απο
ανθρώπους
που ζούσαν σε
προ-επιστημονικές
εποχές. Η
"εμπειρία του
Χριστού"
είναι διαχρονική, αλλά οι ερμηνείες που δόθηκαν
απο τους πρώιμους, και μεταγενέστερους
Χριστιανούς
δεν είναι
αναγκαία και «αλάθητες».
Η
μεγαλύτερη
πρόοδος στον
τομέα της
ακαδημαϊκής
έρευνας,
ιδιαίτερα
όσον αφορά τα
κείμενα της
Καινής
Διαθήκης,
έχει γίνει
απο το γνωστό «Σεμινάριο
του Ιησού» (Jesus Seminar of
the Westar Institute).
Το
σημαντικότατο
αυτό
σεμινάριο,
ξεκίνησε το 1985
με
πρωτοβουλία
του Robert
W.
Funk,
και τα
τελευταία 20
χρόνια έχει
αποτελέσει
σημείο
αναφοράς
στις
ακαδημαϊκές
συζητήσεις
γύρω απο τον
ιστορικό
Ιησού.
Βασικός
στόχος του
Σεμιναρίου
αυτού είναι η
αμερόληπτη
εξέταση και
αξιολόγηση
όλων των
ιστορικών
στοιχείων (
καλύπτοντας
ιδιαίτερα
τις γραπτές
πηγές που
διασώζονται
απο την
περιόδο 30 – 200 μ.Χ )
γύρω απο το
πρόσωπο του
Χριστού.
Έχουν ως τώρα
λάβει μέρος
παραπάνω απο 200
ακαδημαϊκοί –
απο Αμερική,
Ευρώπη,
Ωκεανία και
Αφρική - στις
εργασίες του
Σεμιναρίου
οι οποίες
γίνονται δύο
φορές τον
χρόνο. Απο ότι
γνωρίζω δεν
έχουν λάβει
μέρος
Ορθόδοξοι
ακαδημαϊκοί.
Το σεμινάριο
αυτό έχει
προσπαθήσει,
και
συνεχίζει να
προσπαθεί να
εντοπίσει τα
λόγια που
πραγματικά
ειπώθηκαν
απο τον
Χριστό. Πέρα
απο το
Σεμινάριο
αυτό, πολλές
άλλες
Πανεπιστημιακές
έδρες
φιλοξενούν
παρόμοιες
ιστορικές
έρευνες (4).
Φυσικά,
υπάρχουν και
οι διάφορες
θεολογικές
σχολές που
λει |