free christians australia all welcome

Το ακάθαρτο πνεύμα της Χριστιανοσύνης
FreeChristians

FC GREECE HOME

Το ακατανόμαστο πνεύμα

Η Χριστιανοσύνη είναι μολυσμένη από ένα πολύ απαίσιο πνεύμα το οποίο προκαλεί αηδία σε όσους το διακρίνουν. Το πνεύμα αυτό, ή αν θέλετε, η νοοτροπία αυτή, προϋπήρχε του Χριστιανισμού και δυστυχώς συνεχίζει να υπάρχει. Όταν ο Ιησούς διέκρινε το ακάθαρτο αυτό πνεύμα μέσα στους ίδιους τους μαθητές Του, αν και απέφυγε να το κατονομάσει, αμέσως το καταδίκασε. Η σκηνή όπως την περιγράφει ο «Λουκάς», ακούγεται αυθεντική: «ο Υιός τού ανθρώπου πρόκειται να παραδοθεί σε χέρια ανθρώπων... Εκείνοι, όμως, δεν καταλάβαιναν αυτό τον λόγο,... και μπήκε μέσα τους ένας συλλογισμός, ποιος τάχα απ' αυτούς ήταν ο μεγαλύτερος ( πρώτη μορφή ). Και ο Ιησούς, καθώς είδε τον συλλογισμό τής καρδιάς τους, έπιασε ένα παιδί, και το έστησε κοντά του  και τους είπε: 'Οποιος δεχθεί αυτό το παιδί στο όνομά μου, δέχεται εμένα... Και ο Ιωάννης, απαντώντας, είπε: Κύριε, είδαμε κάποιον να βγάζει δαιμόνια στο όνομά σου και τον εμποδίσαμε, επειδή δεν ακολουθεί μαζί μας (δεύτερη μορφή). Και ο Ιησούς είπε σ' αυτόν: Μη εμποδίζετε επειδή, όποιος δεν είναι εναντίον μας, είναι μαζί μας... Και ( ο Ιησούς ) έστειλε μπροστά του μηνυτές, οι οποίοι μπήκαν σε μια κωμόπολη των Σαμαρειτών για να κάνουν ετοιμασία γι' αυτόν. Και δεν τον δέχθηκαν... και οι μαθητές του, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, βλέποντας είπαν: Κύριε, θέλεις να πούμε να κατέβει φωτιά από τον ουρανό ( τρίτη μορφή ), και να τους αφανίσει, όπως έκανε και ο Ηλίας; Και αφού στράφηκε, τους επέπληξε, και είπε: Δεν ξέρετε τίνος πνεύματος είστε εσείς επειδή, ο Υιός τού ανθρώπου δεν ήρθε για να απολέσει ψυχές ανθρώπων, αλλά για να σώσει» (ΛΟΥΚ 9: 45-56, σε μετάφραση Σπ. Φίλου)

Δεν μπορούμε να μην εξετάσουμε το ερώτημα που προκύπτει σχετικά με το «πνεύμα» που οδήγησε τον ζηλωτή προφήτη Ηλία να καλέσει φωτιά απο τον ουρανό για να αφανίσει τους εχθρούς του. Θα χρειαστεί βέβαια να γράψουμε ολόκληρο βιβλίο για να διερευνήσουμε σε βάθος τα θεολογικά συμπεράσματα που απορρέουν απο τα συγκεκριμένα αυτά λόγια του Χριστού. Δεν έχει σημασία εάν ο Χριστός θεωρούσε την σχετική ιστορία με τον προφήτη Ηλία να καλεί φωτιά απο τον ουρανό ως πραγματική ή ως έναν ακόμα Ιουδαϊκό μύθο. Σημασία έχει το ότι ο Χριστός απέρριψε ολόκληρο το μήνυμα της ιστορίας αυτής. Ο Ιησούς έθεσε τον μπαμπά Θεό Του σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα που είχε για τον Θεό ο προφήτης Ηλίας. Μονάχα η ανθρώπινη αδυναμία θεωρεί τον Θεό ως ικανό να σκοτώσει ανθρώπους. Η ανθρώπινη αδυναμία προβάλλει τα πάθη της στις αντιλήψεις που διατηρεί περί Θεού. Ο «προφήτης Ηλίας» της γνώριμης Βιβλικής παράδοσης είχε λανθασμένες αντιλήψεις για τον Θεό με αποτέλεσμα να θεωρεί ότι επικαλείται τη δύναμη του Θεού για να σκοτώσει ανθρώπους όταν στην πραγματικότητα επικαλείτο «ξένες δυνάμεις». Δεν πρέπει να μας φαίνεται παράξενο που «άγιοι» άνθρωποι του παρελθόντος υπέπεπταν σε τόσο τραγικά λάθη. Τόσο γνώριζαν τόσο έκαναν. Το ζητούμενο είναι εμείς τι κάνουμε. Όσοι Χριστιανοί επικαλούνται την λεγόμενη «οργή του Θεού», δεν απέχουν καθόλου απο τους Σατανιστές που επικαλούνται τις σκοτεινές δυνάμεις για να βλάψουν τους συνανθρώπους τους. Αξίζει να τονισθεί ότι ακόμα και οι συγγραφείς της Βίβλου ταύτισαν την «οργή του Θεού» με τον «Σατανά» όπως φαίνεται ξεκάθαρα στις ακόλουθες δύο εκδόσεις μίας ιστορίας:

- «και εξηφθη παλιν η οργη του Κυριου εναντιον του ισραηλ και διηγειρε τον δαβιδ εναντιον αυτων να ειπη υπαγε αριθμησον τον ισραηλ και τον ιουδαν» ( Β ΣΑΜΟΥΗΛ 24:1 )

- «αλλ ο Σατανας ηγερθη κατα του ισραηλ και παρεκινησε τον δαβιδ να απαριθμηση τον ισραηλ» ( Α ΧΡΟΝΙΚΑ 21: 1 )

Ο Θεός όμως, όπως αποκαλύφθηκε μέσω του Ιησού δεν είναι ούτε οργισμένος ούτε ανθρωποκτόνος. Ο ανθρωποκτόνος είναι άλλος, σύμφωνα με τον Ιησού. Για να το κάνουμε πιο λιανά, ο Ιησούς απέρριψε την «Βιβλική» άποψη ότι ο Θεός σκοτώνει ανθρώπους ή ότι καταστρέφει τους εχθρούς Του. Ο Θεός του Ιησού, σε αντίθεση με διάφορες Βιβλικές περικοπές που φέρουν τον Θεό να μισεί ή να καταστρέφει ανθρώπους ( Σόδομα, Κατακλυσμός, Αρμαγεδδώνας, κλπ ), στην πραγματικότητα αγαπάει τους εχθρούς Του και εργάζεται ασταμάτητα για το καλό τους. Αυτά για όσους θεωρούν ολόκληρη τη Βίβλο ως «αλάθητο Λόγο του Θεού».

Τίνος πνεύματος είμαστε εμείς οι σημερινοί Χριστιανοί;

Ξέρουμε άραγε από ποιό πνεύμα είμαστε εμείς οι σημερινοί Χριστιανοί; Ποιός είναι ο Θεός μας; Οι μαθητές είχαν ζήσει μαζί με το Χριστό για τρία ολόκληρα χρόνια. Τον είχαν ακούσει να διδάσκει ξανά και ξανά για την απέραντη αγάπη του Θεού και για την ισότητα όλων των ανθρώπων ενωπιόν Του. Μάταια όμως, γιατί ήταν κυριευμένοι απο τα ζωόδη ένστικτα του ερπετώδους εγκεφάλου τους, ή αν θέλετε, ήταν μολυσμένοι με το ακατανόμαστο πνεύμα το οποίο έκανε και πάλι την εμφανισή του τρεις φορές την ώρα που ο Χριστός ετοιμαζόταν να πάει στην Ιερουσαλήμ όπου τον περίμενε ο σταυρός. Δεν είχε ακόμα τελειώσει να λέει ότι «ο Υιός τού ανθρώπου πρόκειται να παραδοθεί σε χέρια ανθρώπων» και οι μαθητές Του αντί να συλλογισθούν τα λόγια αυτά, συλλογίσθηκαν  «ποιος τάχα απ' αυτούς ήταν ο μεγαλύτερος»! Αυτή είναι και η πρώτη μορφή του ακάθαρτου πνεύματος όπως αποκαλύφθηκε μέσα από τις καρδιές των μαθητών του Χριστού.

Tο ένστικτο της ιεράρχησης πηγάζει απο το εξελικτικά αρχαιότερο μέρος του εγκεφάλου, τον ερπετώδη εγκέφαλο ( βλέπε The Reptilian Brain by James M. Ridgway, Jr. See also: Paul MacLean's triune brain hypothesis, και ''Why religion persists and is also avoided like the plague'' By John Brand, D.Min., J.D. http://www.yellowtimes.org/article.php?sid=421 ). 

Όλοι μας έχουμε κληρονομήσει απο το ζωόδες παρελθόν μας το ένστικτο της ιεράρχησης. Ο άνθρωπος όμως δεν είναι μονάχα ζώο. Είναι και πνεύμα. Στο βασίλειο του πνεύματος, δηλαδή στο βασίλειο του Θεού δεν μπορεί να υπάρξει το ερπετό επειδή το πνεύμα έχει να κάνει με άλλο επίπεδο πραγματικότητας ( αγάπη, χαρά, ειρήνη κλπ ). Όταν όμως το ανθρώπινο πνεύμα ( το οποίο εκφράζεται κυρίως απο το μπροστινό μέρος του φλοιού του ανθρώπινου εγκεφάλου ) ελέγχεται απο «το θηρίο μέσα μας», μετατρέπεται σε ακάθαρτο πνεύμα. Όσοι άνθρωποι ελέγχονται από το ακατονόμαστο αυτό πνεύμα, ζούνε σε μία συνεχόμενη κατάσταση αθέμιτης ανταγωνιστικότητας, επιθετικότητας και ανελέητης μάχης για επιβίωση. Για να νοιώθουν ασφάλεια, οι άνθρωποι αυτοί πρέπει να ελέγχουν τα πάντα και πρέπει να επιβάλλουν την δική τους τάξη. Σε κοινωνικό επίπεδο οι άνθρωποι που διακατέχονται από αυτό το πνεύμα πάντα επιζητούν την πρωτοκαθεδρία και επιδιώκουν την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αναγνώριση ανάμεσα στα υπόλοιπα μέλη της ομάδας όπου ανήκουν.

Ο διάσημος Βρεττανός ψυχίατρος Jack Dominion, ονομάζει τους ιεραρχικούς ανθρώπους «εξουσιομανείς πρωσοπικότητες». Ο εξουσιομανής σύμφωνα με τον Dominion εκφράζεται τόσο εξουσιαστικά όσο και δουλικά «τείνει να νοιώθει περισσότερο ασφαλής μέσα στα πλαίσια κάποιας ιεραρχίας, είναι υποτακτικός και σέβεται τους ανωτέρους του ενώ βλέπει με περιφρόνηση τους κατωτέρους του τους οποίους προσπαθεί να εξουσιάζει με δικτατορικό τρόπο. Επίσης καταπατάει τα ανώτερα συναισθηματά του, είναι μεγάλος υποστηρικτής της πειθαρχίας και της τιμωρίας των ‘αμαρτωλών’, ιδιαίτερα εάν κριθούν ως κατωτεροί του». Σύμφωνα με τον Dominion «δεν χρειάζεται και μεγάλη φαντασία για να δει κανείς ότι ο Χριστιανισμός, όπως γίνεται αντιληπτός απο τους ζηλωτές οπαδούς του, συμπεριέλαβε στις τάξεις του όλες αυτές τις εξουσιομανείς προσωπικότητες που βλέπουμε στην ιστορία του, οι οποίες προσωπικότητες χρησιμοποίησαν τον Χριστό ως σύμβολο για να υποστηρίξουν στην ουσία όλο αυτό το είδος συμπεριφοράς που ο ιδρυτής της θρησκείας αυτής απέρριψε ως απάνθρωπη» (1)

Η πρώτη αυτή μορφή του ακάθαρτου πνεύματος, δηλαδή η εξουσιομανία και η ιεραρχικότητα, δεν άργησε να εκδηλωθεί στην Χριστιανική Εκκλησία. Ο Απόστολος Παύλος είχε προειδοποιήσει ότι «το μυστήριο της ανομίας ήδη ενεργούσε» μόλις λίγα χρόνια μετά την ίδρυση της εκκλησίας. Για το ίδιο πρόβλημα έγραψε και ο «Ιωάννης»: «'Εγραψα στην εκκλησία αλλά, ο Διοτρεφής, που αρέσκεται σε πρωτεία ανάμεσά τους, δεν μας δέχεται... και μη αρκούμενος σ' αυτά, ούτε αυτός δέχεται τους αδελφούς, αλλά κι αυτούς που θέλουν να τους δεχθούν, τους εμποδίζει, και τους βγάζει έξω από την εκκλησία (Γ’ ΙΩΑΝ 9,10 ). Το πνεύμα που οδήγησε τον Διοτρεφή στο να επιδιώξει τα πρωτεία δεν ήταν άλλο από το αρχέγονο ένστικτο της ιεράρχησης – το οποίο θα μπορούσαμε να ονομάσουμε συμβολικά ως πνεύμα Αντιχρίστου - το οποίο ήδη ενεργούσε μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας και περίμενε την κατάλληλη στιγμή να εκδηλωθεί πλήρως. Ο Απ. Παύλος αντιλήφθηκε την εξέλιξη αυτή στην Εκκλησία, δηλαδή στο ναό του Θεού, και έγραψε τα εξής: «δεν θάρθει εκείνη η ημέρα, αν πρώτα δεν έρθει η αποστασία, και αποκαλυφθεί ο άνθρωπος της αμαρτίας, ο γιος τής απώλειας, αυτός που θα αντιτάσσεται και θα υπερυψώνει τον εαυτό του ενάντια σε κάθε έναν που λέγεται θεός ή σέβασμα,ώστε να καθήσει στον ναό τού Θεού ως Θεός, αποδεικνύοντας τον εαυτό του ότι είναι Θεός... Το μυστήριο της ανομίας ήδη ενεργείται μονάχα μέχρις ότου βγει από τη μέση αυτός που τώρα εμποδίζει και, τότε, ο άνομος θα αποκαλυφθεί...» (Β’ ΘΕΣΣ  2: 3-8)

Άσχετα με το ποιές ερμηνείες δίνονται σήμερα για το παραπάνω «προφητικό» εδάφιο, γεγονός παραμένει ότι εκπληρώθηκε σε μεγάλο βαθμό όταν τον 4ο αιώνα μ.Χ η Εκκλησία έγινε αυτοκρατορική και με τη μαζική εισχώρηση των υπηκόων της αυτοκρατορίας απορρόφησε και όσους ορέγονταν ηγετικές θέσεις. Με το που βγήκε από τη μέση «εκείνος που εμπόδιζε», δηλαδή η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία η οποία έδωσε τη θέση της στην Αγία Ρωμαική Αυτοκρατορία του Πάπα και στον καισαροπαπισμό του Βυζαντίου, εκδηλώθηκε επιτέλους σε όλο της το ερπετώδες μεγαλείο η τάση του ανθρώπου να υπερυψώνει τον εαυτό του. Επειδή δεν τους έφθαναν τα πρωτεία στην τοπική τους εκκλησία, οι επίσκοποι της Ρώμης έφθασαν στο σημείο να διεκδικήσουν και να αποκτήσουν τα πρωτεία ολόκληρης της Εκκλησίας, και αφού έκατσαν στο ναό του Θεού «ως θεοί», εκπλήρωσαν την πρόβλεψη του Απ. Παύλου. Ένας από τους πολλούς βλάσφημους τίτλους που έδωσαν στους εαυτούς τους οι πάπες της Ρώμης ήταν και ο φανερά αντίχριστος τίτλος «Κύριος ο Θεός ο Πάπας», ενώ οι καισαροπαπικοί επίσκοποι της Ανατολικής εκκλησίας δεν πήγαν πίσω στον ανίερο αγώνα για τα πρωτεία αποδεικνύοντας τους εαυτούς τους ως «αρχιερείς», «αρχιεπίσκοποι», «παναγιώτατοι», «μακαριώτατοι» κλπ.

Η Ορθόδοξη παράδοση αναγνωρίζει ότι όλοι οι πιστοί είναι «βασίλειον ιεράτευμα» και παραδέχεται ότι η «ειδική» τάξη ιερέων είναι απλά ένα είδος χαρίσματος «προς οικοδομήν της εκκλησίας». Ως εδώ όλα καλά. Από μόνη της η καινοτομία κάποιας ειδικής τάξης ιεροσύνης πάντα μέσα στα πλαίσια της γενικής ιεροσύνης δεν θα αποτελούσε κανένα πρόβλημα. Το ίδιο ισχύει και με τους τίτλους «μητροπολίτες» κλπ, όσο είχαν απλά να κάνουν με την φυσιολογική εξέλιξη της Εκκλησίας και με τις συνεπακόλουθες «διοικητικές» και «γραφειοκρατικές» ανάγκες της ραγδαία αυξανόμενης σε πληθυσμό Χριστιανικής κοινότητας. Γιαυτό άλλωστε η Εκκλησία λέγεται ότι είχε εξ αρχής την ελευθερία «να λύνει και να δένει». Αντιμετωπίζοντας όλα αυτά τα ευχάριστα προβλήματα της μαζικής εισόδου νέων πιστών στην Εκκλησία, οι Χριστιανοί ηγέτες των πρώτων αιώνων δημιούργησαν για να διευκολύνουν την ομαλή αφομοιωσή των νεοπροσήλυτων, τους διάφορους εκκλησιαστικούς θεσμούς που βλέπουμε ακόμα και σήμερα. Όλα αυτά στην θεωρία ακούγονται ωραία και όμορφα. Άλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι από την συστασή της η Εκκλησία δεν εγκλωβίσθηκε σε κάποιο στατικό σύστημα διοίκησης και οι απόστολοι φαίνεται ότι άφησαν το θέμα εντελώς ανοικτό. Στην πράξη όμως, αυτές οι, έστω και καλοπροαίρετες, καινοτομίες στο εκκλησιαστικό πολίτευμα όπως η εξέλιξη μίας ξεχωριστής τάξης «ειδικών ιερέων» χρησιμοποιήθηκαν από ανθρώπους που διψούσαν για εξουσία και οι οποίοι ουσιαστικά έκαναν πειρατική κατάληψη της Εκκλησίας. Το μυστήριο της ανομίας, δηλαδή η δεσποτοκρατία, εκδηλώθηκε όταν πιά το σώμα της Εκκλησίας χωρίσθηκε επίσημα σε «λαικούς» και σε «κληρικούς», και ακόμα χειρότερα όταν οι κληρικοί χωρίσθηκαν σε «κατώτερο» και σε «ανώτερο» κλήρο: «οι προϊστάμενοι του συνεδρίου των πρεσβυτέρων επίσκοποι προσωκειώθησαν κατα μικρόν ολόκληρον την εξουσίαν, εθεώρησαν τους πρεσβυτέρους ως απλούς συμβούλους και απετέλεσαν από κοινού μετ’ αυτών ιδίαν ιερατικήν τάξιν, τον καλούμενον κλήρον, όστις ως τοιούτος διεκρίνετο απο του λαού» (2). Ο μεγάλος ιστορικός Mosheim προσθέτει: «Οι προεστοί των Εκκλησιών ωνομάζοντο πρεσβύτεροι ή επίσκοποι, εκ των οποίων φαίνεται, ότι και οι δύο τίτλοι αυτοί εις την Καινήν Διαθήκην, αποδίδονται εις την ιδίαν τάξιν ανθρώπων...Ουδείς ας μη συγχέη τους Επισκόπους της πρωτογόνου και χρυσής εποχής της Εκκλησίας, με τους επισκόπους των μεταγενέστερων εποχών, μολονότι, αμφότεροι φέρουν το ίδιον όνομα, αλλά διαφέρουν όμως εις πολλά πράγματα» (3)

Όπως διαπίστωσε ο μεγάλος θεολόγος της αρχαίας εκκλησίας Ιερώνυμος ( 4ος αιώνας μ.Χ ) όλη αυτή η αποστασία ήταν εκ του πονηρού: «Ο πρεσβύτερος είναι ο αυτός, ως ο επίσκοπος, και έως ου, διαβολική εισηγήσει, ηγέρθησαν διαιρέσεις εν τη θρησκεία...αι εκκλησίαι διωκούντο υπο κοινού συμβουλίου πρεσβυτέρων... ούτως έκτοτε ετέθησαν αι βάσεις της διαιρέσεως. Εάν δε τινές υποθέσωσιν, ότι η δοξασία αύτη, τουτέστιν ότι ο επίσκοπος και ο πρεσβύτερος ήσαν το αυτό, και ότι το μεν εδήλου την ηλικίαν το δε το αξίωμα, και ότι τούτο δεν κυρούται υπο των Αγίων Γραφών, αλλ’ ότι είναι απλή φαντασμαγορία εμού, ας αναγνώσωσιν επισταμένως τους λόγους του Αποστόλου Παύλου...» (4). Κατόπιν «διαβολικής εισηγήσεως» λοιπόν, η Χριστιανοσύνη γέμισε από Παπικούς θρόνους, Πατριαρχικούς θρόνους, Αρχιεπισκοπικούς θρόνους και Επισκοπικούς θρόνους. Γέμισε από «χρυσοστόλιστους δεσποτάδες» και από «χρυσοκουδουνάτους Αρχιερείς». Ο ναός του Θεού, δηλαδή η εκκλησία του Θεού, γέμισε από θρόνους και από ηγέτες που «κάθησαν» σε αυτούς τους θρόνους. Η Εκκλησία γέμισε απο «προκαθήμενους». Οι Απόστολοι όμως δεν κάθησαν ποτέ σε κάποιον θρόνο ( με την ανθρώπινη έννοια του όρου ) αλλά υπάκουσαν την εντολή του Χριστού να είναι ταπεινοί υπηρέτες της εκκλησίας χωρίς αρχηγιλίκια και χωρίς νταβαντζιλίκια. Ο Απ. Πέτρος ( όπως και οι υπόλοιποι Απόστολοι ) για παράδειγμα ποτέ δεν απαίτησε να τον αναφωνούν ως «παναγιάτατο» κλπ. Αντί γιαυτό, όταν συμβούλευε τους «πρεσβύτερους» της εκκλησίας ( την εποχή των Αποστόλων δεν είχε γίνει ακόμα διαχωρισμός πρεσβυτέρων και επισκόπων καθώς οι δύο όροι ήταν ταυτόσημοι ) το έκανε απλά ως «συμπρεσβύτερος». Τους είπε δε: «Ποιμάνατε το μεταξύ σας ποίμνιον του Θεού, επισκοπούντες μη αναγκαστικώς, αλλ’ εκουσίως. Μηδέ αισχροκερδώς, αλλά προθύμως. Μηδέ ως κατακυριεύοντες την κληρονομίαν του Θεού, αλλά τύποι γενόμενοι του ποιμνίου» ( Α ΠΕΤΡ 5: 2, 3 ). Ακόμα και αν, όπως ισχυρίζονται πολλοί ειδικοί, η επιστολή Α ΠΕΤΡΟΥ είναι ψευδεπίγραφο κείμενο, εν τούτοις φανερώνει τις αντιλήψεις που είχαν οι Χριστιανοί κατα το τέλος του 1ου αιώνα αναφορικά με τα αξιώματα και τις ιεραρχίες μέσα στις κοινότητες των πιστών. Σήμερα θα έπρεπε να υπάρχει ακόμα λιγότερη ιεραρχικότητα στις εκκλησίες. Δεν χρειάζονται πλέον ποιμένες, τσέλιγγες και τσομπαναραίοι. Είδαμε τα χαϊρια τους για 20 ολόκληρους αιώνες. Ούτε πρέπει ο λαός του Θεού να αποκαλείται «πρόβατα» ή «ποίμνιο». Οι συμβολισμοί αυτοί ανήκουν σε άλλες εποχές. Η Εκκλησία σήμερα χρειάζεται σκεπτόμενους και υπεύθυνους ανθρώπους, και όχι πρόβατα. 

Όπως έδειξε η ιστορία του Χριστιανισμού, οι «ποιμένες» όχι μόνο κατακυρίευσαν αλλά και καταδυνάστευσαν, εφόνευσαν, βασάνισαν και κακοποίησαν με κάθε τρόπο «την κληρονομίαν του Θεού». Μάταια ο Χριστός ( βλέπε ΜΑΤΘ 23: 4-12 ) είχε προειδοποιήσει τους μαθητές Του να αποφύγουν το Φαρισαϊκό πνεύμα: «δεσμεύουσιν δε ( οι γραμματείς και οι Φαρισσαίοι ) φορτία βαρέα και δυσβάστακτα και επιτιθέασιν επι τους ώμους των ανθρώπων, αυτοί δε τω δακτύλω αυτών ου θελήσουσιν κινήσαι αυτά, πάντα δε τα έργα αυτών ποιούσιν προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις, πλατύνουσιν γαρ τα φυλακτήρια αυτών και μεγαλύνουσιν τα κράσπεδα, φιλούσιν δε την πρωτοκλισίαν εν τοις δείπνοις και τα πρωτοκαθεδρίας εν ταις συναγωγαίς και τους ασπασμούς εν ταις αγοραίς και καλείσθαι υπο των ανθρώπων Ραββί. Υμείς δε μη κληθήτε, Ραββί, εις γαρ εστιν υμων ο διδάσκαλος, πάντες δε υμείς αδελφοί εστε. Και πατέρα μη καλέσητε υμών επι της γης, εις γαρ εστιν υμων ο πατήρ ο ουράνιος. Μηδέ κληθήτε καθηγηταί, ότι καθηγητής υμώς έστιν εις ο Χριστός. Ο δε μείζον υμών έσται υμών διάκονος. Όστις δε υψώσει εαυτόν ταπεινωθήσεται και όστις ταπεινώσει εαυτόν υψωθήσεται». Τί να πεί κανείς για όλα αυτά; Οι φόβοι του Χριστού επαληθεύθηκαν στο έπακρον. Οι «δούλοι» Του ξεπέρασαν και συνεχίζουν να ξεπερνούν τους Φαρισσαίους σε κάθε σημείο. Όχι μόνο «δεσμεύουσιν δε φορτία βαρέα και δυσβάστακτα και επιτιθέασιν επι τους ώμους των ανθρώπων» και «αυτοί δε τω δακτύλω αυτών ου θελήσουσιν κινήσαι αυτά» αλλά ανήγαγαν σε τέχνη το πώς να εφευρίσκουν νέους τρόπους για να κρατάνε τα κοπάδια τους μέσα στο σύμπλεγμα ενοχής που χαρακτηρίζει κάθε δεισδαιμονική θρησκεία. Όσο για το «πλατύνουσιν γαρ τα φυλακτήρια αυτών και μεγαλύνουσιν τα κράσπεδα», αρκεί να κοιτάξει κανείς τις αυτοκρατορικές ενδυμασίες των «αρχιερέων» για να πεισθεί για του λόγου το αληθές. Η δε υπενθύμιση του Χριστού ότι «πάντες δε υμείς αδελφοί εστε» μεθερμηνεύθηκε με τη γνωστή Οργουελιανή μέθοδο του «όλοι είμαστε ίσοι αλλά μερικοί είμαστε περισσότερο ίσοι». Για τους περίφημους θρησκευτικούς τίτλους ( π.χ πατέρας ) που λέγεται ότι καταδίκασε ο Χριστός στους οποίους αρέσκονται οι ηγέτες των εκκλησιών θα μας οφελήσει να μην ασχοληθούμε με τον περίφημο τίτλο του Ποντίφηκα της Ρώμης «Άγιος Πατέρας» (!!!) και ας κοιτάξουμε ως «Έλληνες Χριστιανοί Ορθόδοξοι» πρώτα τα δικά μας χάλια και να θυμηθούμε τα λόγια του Αδαμάντιου Κοραή: «Απαίδευτοι και άθλιοι Γραικίσκοι, χάσαντες τα γένεια καταγίνονται εις τα μηδέν πλέον χρησιμεύοντα κτένια. Ότι τι άλλο είναι παρά κτένια τα επιχωριάζοντα επίθετα Παναγιώτατοι, Σεβασμιώτατοι...» (5)

Η ισότητα των μελών της εκκλησίας δυστυχώς θυσιάσθηκε στο βωμό της ιεραρχίας και των πρωτείων, ιδιαίτερα όταν οι «ποιμένες» άρχισαν να γίνονται δεσποτάδες αντί για υπηρέτες του «ποιμνίου» και αρπακτικά όρνεα αντί για υπηρέτες του Χριστού. Από τα τέλη του 4ου κιόλας αιώνα ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος παραπονιόταν: «τίποτε άλλο δεν εφοβήθην όσον τους επισκόπους, απο των οποίων δια να απαλλαγή τις, είναι προτιμότερον να υποστή μαρτυρικόν θάνατον, παρά να τραυματίζεται συνεχώς, συκοφαντών, αναισχύντοις γλώσσαις, ονείδεσι, λοιδωρίαις, σκώμμασι» (6). Και η μαρτυρία του «πατέρα της εκκλησιαστικής ιστορίας» Ευσέβιου: «Η φιλαρχία προκαλούσε μεταξύ των επισκόπων φθόνον, μίσος, έχθραν, έριδας και απειλάς». Το ίδιο δεν συμβαίνει και σήμερα, έστω και πιό «πολιτισμένα»; Το ανίερο κυνήγι των πρωτείων κυριαρχεί στην Ελλαδική εκκλησία με τις βυζαντινές ίντριγκες και τις ιερατικές διαμάχες να στολίζουν τακτικά τα δελτία ειδήσεων.

Η αντίθεση του Χριστού στην κάθε μορφή θρησκευτικής εξουσίας

Χρειάζεται να αναφερθούμε περισσότερο στο πρόβλημα της εξουσίας το οποίο είναι μία απο τις χειρότερες πτυχές της θρησκείας. Η καταδυνάστευση των ανθρώπων από κοσμικούς άρχοντες δεν είναι τίποτα μπροστά στο κακό που προξενεί η θρησκευτική καταδυνάστευση, την οποία όμως ο Χριστός απαγόρευσε ρητά στους επίδοξους μαθητές Του: «οίδατε ότι οι άρχοντες των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αυτών, οχ ούτως έσται εν υμίν, αλλ ος αν θέλει εν υμίν μέγας γενέσθαι έσται υμών διάκονος, και ος αν θέλη εν υμίν είναι πρώτος έσται υμών δούλος» ( ΜΑΤΘ 20: 25-27 ). Όλο και περισσότεροι ιστορικοί που ειδικεύονται στον χώρο της βιβλικής έρευνας αναγνωρίζουν ότι το σήμα κατατεθέν του Ιησού ήταν η αντιπαθειά Του προς κάθε μορφή εξουσιασμού και ιεράρχησης των ανθρώπων. Με άλλα λόγια, ο Ιησούς της ιστορίας ήταν ο κατ’ εξοχήν αναρχικός! Αυτό ακούγεται ίσως σκανδαλώδες για ορισμένους Χριστιανούς, κυρίως εξ αιτίας της άσχημης δημοσιότητας που έχει πάρει το αναρχικό κίνημα, αλλά είναι γεγονός ότι ο Ιησούς ήταν αναρχικός.

Ο αναρχο-Χριστιανός στοχαστής Jacques Ellul έγραψε πριν πεθάνει ότι καθ όλη τη διάρκεια των αιματοβαμμένων αιώνων του Χριστιανισμού επιβίωσε ένα αναρχικό ρεύμα, το οποίο ονόμασε «Χ» (7), το οποίο ξεκίνησε βέβαια απο τον Ιησού και βρήκε εκφραστές πολλούς θαρραλέους Χριστιανούς, μεταξύ των οποίων και μερικούς πατέρες της αρχαίας εκκλησίας. Ο Αυστραλός αναρχo-Χριστιανός συγγραφέας Dave Andrews γράφει: «Είναι ευνόητο το ότι πολλοί Χριστινοί απεχθάνονται την ιδέα ότι ο Ιησούς ήταν αναρχικός. Δεν θα πρέπει να μας ξαφνιάζει καθόλου μία τόσο εξαπλωμένη παρεξήγηση και παραπληροφόρηση σχετικά με τον αναρχισμό. Το επιτάσσει  άλλωστε το συμφέρον των ιεραρχιών τόσο του κράτους όσο και της θρησκείας, των οποίων την εξουσία ο αναρχικός αμφισβητεί. Όμως σε τελική η αντίδραση του κατεστημένου δεν αναιρεί το γεγονός ότι μεταξύ του Χριστού και του αναρχισμού υπάρχει μία δυναμική σχέση. Σίγουρα υπάρχουν αναρχικοί που απορρίπτουν τον Χριστό. Υπάρχουν όμως και αναρχικοί που αγαπάνε με πάθος τον χριστό. Στην πραγματικότητα έχουν υπάρξει πολλοί αναρχικοί που εμπνεύσθηκαν απο το παράδειγμα του Ιησού. Αναρχικοί όπως ο Kierkegaard και ο Leo Tolstoy… και πιό πρόσφατα ο Jacques Ellul... Για όλους αυτούς τους ανθρώπους, ο Ιησούς Χριστός ήταν το υπέρτατο παράδειγμα αυθεντικού αναρχισμού – ήταν ο πιό υπέροχος δημιουργικός και μη-βίαιος αναρχικός – ο οποίος εργάσθηκε όχι απο τα επάνω προς τα κάτω, αλλά μαζί με όσους βρίσκονταν χαμηλά, μαζί με τους φτωχούς, και όλους τους εξαθλιωμένους, δινοντάς τους το κουράγιο και την δύναμη να ανακαλύψουν τις δυνατοτητές τους ως άνθρωποι κατ εικόνα και ομοίωσιν Θεού. Αυτή είναι η ουσία του Αναρχο-Χριστιανισμού» (8)

Ο φιλόσοφος Alfred North Whitehead πιστεύει ότι ο Χριστιανισμός σήμερα «χρειάζεται περισσότερο απο όσο ποτέ άλλοτε να ανακαλύψει εκ νέου την αναρχική Χριστιανική παράδοση», απορρίπτοντας παράλληλα όλες αυτές τις αυτοκρατορικές παραστάσεις και απεικονήσεις του Ιησού (9). Την άποψη του Whitehead συμμερίζονται πάρα πολλοί Χριστιανοί στοχαστές. Παρόλο που ο Ιησούς Χριστός κα