Στην Προτεσταντική Δύση έχει γίνει της μόδας,
σχεδόν σλόγκαν, να λέγεται ότι «ο Χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία αλλά
πνευματική ζωή». Αυτό γίνεται και στη χώρα μας κυρίως από Προτεστάντες
Χριστιανούς. Το γεγονός όμως ότι το «επαναστατικό» αυτό σλόγκαν
προβάλλεται από θρησκευτικούς οργανισμούς φαίνεται να περνάει απαρατήρητο
από τους Προτεστάντες έλληνες οι οποίοι ζουν με τη ψευδαίσθηση ότι δήθεν
επαναστατούν ενάντια στο θρησκευτικό κατεστημένο της Ελλάδας, δηλαδή την
κρατική Εκκλησία.
Απολαμβάνοντας την
«εφηβική» αίσθηση της εικονοκλαστικής αντίδρασης, οι «Διαμαρτυρόμενοι»
αυτοί Χριστιανοί κλείνουν τα μάτια τους στο γεγονός ότι απλά
αντικατέστησαν τη μία θρησκεία με μία άλλη, που στην ουσία είναι η ίδια,
καθώς σε πολλά σημεία της βασίζεται στα ίδια στοιχεία «του αιώνα αυτού».
Οι «εικονομάχοι» Προτεστάντες Χριστιανοί κατακρίνουν και απορρίπτουν τους
Ορθόδοξους ως «εικονολάτρες» και τους Καθολικούς ως «ειδωλολάτρες»
αγνοώντας ότι σύμφωνα με την ίδια λογική αποδεικνύονται και οι ίδιοι ως
ένοχοι για το ίδιο πράγμα καθώς αντικαθιστούν τη λατρεία του ζωντανού Θεού
με τη λατρεία ενός βιβλίου
το οποίο ονομάζουν «Λόγο του Θεού»:
«Τα κείμενα της
Καινής Διαθήκης γράφτηκαν αρχικά από την εκκλησία, και στη συνέχεια
συλλέχθηκαν και εγκρίθηκαν ( ως κανονικά ) από την εκκλησία...( Τα κείμενα
αυτά ) δεν είναι ο Λόγος του Θεού. Τα κείμενα αυτά είναι η μαρτυρία
της εκκλησίας στον Λόγο του Θεού. Είναι η μαρτυρία της εκκλησίας στην
Αποκάλυψη που δόθηκε εν Χριστώ. Ο Θεός είναι υπερβατικός, πάνω από τις
σκέψεις και τη φαντασία μας. Η αποκάλυψη του άπειρου, του ασύλληπτου και
του απερίγραπτου Θεού δεν μπορεί να λάβει μέρος σε ένα βιβλίο. Ο Λόγος του
Θεού είναι Πνεύμα και Ζωή και αποκαλύπτεται μονάχα στο πνεύμα και στη ζωή
των δημιουργημάτων. Ο ισχυρισμός ότι ο Λόγος του Θεού μπορεί να διατυπωθεί
ως ένα ξερό κείμενο είναι ήδη άσχημο. Το να προχωρήσουμε όμως και να πούμε
ότι ο Λόγος του Θεού μπορεί να υποστεί φιλολογική ανάλυση, εξέταση και
επιστημονική έρευνα είναι βλασφήμεια... Επιπλέον, η άποψη ότι οποιοδήποτε
γραπτό κείμενο είναι ο Λόγος του Θεού υποβιβάζει τον Λόγο σε έναν ορισμό ή
σε μία πρόταση. Ο Λόγος του Θεού είναι ο ίδιος ο Θεός ( ΙΩΑΝ 1:1 ) και δεν
μπορεί να διατυπωθεί ως μία πρόταση ή να υπόκειται σε κάποιον ορισμό. Τα
κείμενα της Καινής Διαθήκης δεν κάνουν κανέναν τέτοιον βλάσφημο ισχυρισμό
για τον εαυτόν τους. Είναι η μαρτυρία της Εκκλησίας στον Λόγο και στην
αποκάλυψη που δεν βρίσκονται σε κάποιο βιβλίο αλλά σε ένα πρόσωπο ‘ο Θεός
φανερώθηκε εν σαρκί’, ‘και ο Λόγος σαρξ εγένετο’. Πουθενά δεν
ισχυρίσθηκαν στην αρχέγονη εκκλησία ότι ‘ο Λόγος έγινε βιβλίο’!»
«Αυτή η διαπίστωση
μας σπρώχνει να αναλογιστούμε την περιβόητη διαφωνία μεταξύ των Καθολικών
και των Προτεσταντών. Φυσικά και οι Καθολικοί έχουν δίκαιο όταν λένε
πως η Βίβλος δημιουργήθηκε από την Εκκλησία και ότι η αποδοχή της Βίβλου
ως εξουσίας ισοδυναμεί με αποδοχή της Εκκλησίας ως εξουσίας. Πολλοί
Χριστιανοί απορρίπτουν το αλάθητο της εκκλησίας, αλλά υποστηρίζουν το
αλάθητο των γραπτών κειμένων της εκκλησίας ( Καινή Διαθήκη ). Αυτό
αποτελεί ανακολουθία και φυσικά δεν στέκει. Τόσο οι Καθολικοί όσο και
οι Προτεστάντες έχουν σφάλλει στην προσπαθειά τους να βρούν μία κάθετη
εξουσία μέσω της οποίας να ζούν επειδή όλες οι κάθετες εξουσίες είναι απο
τη φύση τους απάνθρωπες και ενάντιες στον Θεό. Πρέπει φυσικά να
σεβόμαστε την μαρτυρία της Εκκλησίας που έζησε και έδρασε κατα τη διάρκεια
της συγγραφής των κειμένων της Καινής Διαθήκης, αλλά όχι πέραν του
δεόντος, καθότι παραμένουν ανθρώπινες μαρτυρίες. Η Εκκλησιολατρεία και
η Βιβλιολατρεία είναι στην πραγματικότητα το ίδιο πράγμα. Δεν είναι παρά η
λατρεία του κτίσματος. Όπως η λατρεία του κτίσματος ( ειδωλολατρεία )
συναντάται σε διαφορετικές μορφές στις διάφορες θρησκείες έτσι έχουμε και
την Χριστιανική έκδοση της ειδωλολατρείας»
( 1 )
Και οι δύο παρατάξεις
( Καθολικοί/Ορθόδοξοι και Προτεστάντες ) καταντάνε να είναι νεκρά
θρησκευτικά συστήματα για όσα μέλη τους εναποθέτουν τις ελπίδες τους σε
αυτά αντί να τις εναποθέτουν στον Ζωντανό Θεό. Οι μεν αντικαθιστούν την
ουσία με τους τύπους, οι δε αντικαθιστούν τον ζωντανό Λόγο
με τις
ανθρώπινες ερμηνείες από ένα βιβλίο γραμμένο «με μελάνη».
( 2 )
Και οι δύο παρατάξεις
αντικαθιστούν την πνευματική ζωή με τη θρησκευτική ζωή. Υπάρχει τεράστεια
διαφορά μεταξύ πνευματικής ζωής και θρησκευτικής ζωής. Πνευματική ζωή ήταν
αυτή που έζησε κατ’ αρχάς ο Χριστός και οι μαθητές Του σε αντίθεση με τη
θρησκευτική ζωή που ζούσαν οι Φαρισσαίοι. Ο Χριστός δεν έδειξε να
ενοχλείται και πολύ από τους ‘αμαρτωλούς’ της εποχής Του και ένοιωθε
άνετος στις επαφές που είχε με πόρνες, φοροεισπράκτορες, τοκογλύφους,
ομοφυλόφυλους, ληστές, κλπ. Αντίθετα δεν έχανε ευκαιρία στο να δείχνει την
αντιπάθειά Του προς όλα τα θρησκευτικά συστήματα.
Αυτό που ήρθε να κάνει ο Χριστός δεν έχει καμμία
σχέση με θρησκείες. Ο Σωτήρας του κόσμου δεν ήρθε για να ιδρύσει μία νέα
θρησκεία, αλλά για να καταργήσει όλες τις θρησκείες, αντικαθιστώντας τες
με την άμεση πνευματική σχέση Θεού-ανθρώπων ελευθερώνοντας έτσι τους
πάντες από κάθε λογής καταδυνάστευση. Όπως έγραψε και ο μεγαλύτερος ίσως
θεολόγος του αιώνα που πέρασε, «το κακό παιδί των Καθολικών» ο Ελβετός
Karl Barth: «Η αποκάλυψη του Θεού είναι η
κατάργηση της θρησκείας... Η αποκάλυψη του
Θεού απορρίπτει κάθε σκέψη ότι η θρησκεία είναι αλήθεια. Καμμία θρησκεία
δεν μπορεί να σταθεί μπροστά στην Χάρη του Θεού ως αληθινή»
( 3 )
Τί είναι όμως η
θρησκεία και σε τί διαφέρει από αυτήν ο αυθεντικός Χριστιανισμός; Και πάλι
ο Karl Barth: «Η θρησκεία είναι φανερά η κάθε
ανθρώπινη προσπάθεια να προβλέψει αυτό που ο Θεός θέλει να κάνει και κάνει
μέσω της αποκάλυψης. Θρησκεία είναι η απόπειρα αντικατάστασης του Θεϊκού
έργου με ανθρώπινα κατασκευάσματα»
( 4
)
Ο επίσης
«επαναστατικός» Γάλλος θεολόγος Jacques Ellul
έγραψε παρόμοια σχόλια για την αντίθεση του Χριστού με την οποιαδήποτε
μορφής θρησκεία: «Η αντίθεση μεταξύ θρησκείας και αποκάλυψης είναι
εύκολα κατανοητή: Η θρησκεία ανεβαίνει επάνω, η αποκάλυψη κατεβαίνει
κάτω...Η κεντρική αλήθεια της αποκάλυψης του Θεού του Ιησού Χριστού
είναι ότι ο Θεός κατεβαίνει στην ανθρωπότητα. Εμείς οι άνθρωποι δεν
μπορούμε ποτέ, ούτε υπάρχει καμμία πιθανότητα ή τρόπος για να ανεβούμε με
δική μας προσπάθεια προς τον Θεό»
( 5 )
Στο βιβλίο του με
τίτλο «Ο Χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία»
( 6 ) ο συντηρητικός θεολόγος
James A. Fowler συμφωνεί απόλυτα με
τους Karl Barth και Jacques Ellul
τους οποίους και αναφέρει εκτεταμένα. Ο ίδιος γράφει τα εξής: «Η
θρησκεία δίνει έμφαση σε δογματικές ιδέες και τοποθετήσεις, σε κανόνες,
στην επίδοση ( θρησκευτικά καθήκοντα, καλές πράξεις ), στα προγράμματα,
στην προώθηση οργανισμών, κλπ. Ο αυθεντικός Χριστιανισμός απλά δίνει
έμφαση στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού και στην πνευματική ζωή που προσφέρει
στους πιστούς... Η θρησκεία έχει να κάνει με εξωτερκούς τύπους, με
τυπολατρεία, με φορμαλισμό και φόρμουλες, με τελετές, με κανόνες και
κανονισμούς, με εντολές και διατάξεις, με νομικισμό, με νόμους, με
ατέλειωτα ‘καλά έργα’ και υπηρεσία για την θρησκευτική οργάνωση. Τα
πραγματικά καλά νέα του Χριστιανισμού όμως δεν εξαρτώνται από το τί
κάνουμε ή ποιά απόδοση έχουμε, αλλά από το τί έκανε και συνεχίζει να κάνει
ο Χριστός μέσα μας. Επάνω στον σταυρό ο Ιησούς φώναξε ‘τετέλεσθαι!’. Η
απόδοση/επίδοση του Χριστού ήταν απόλυτα επιτυχημένη. Ο Χριστός ήδη
έπραξε οτιδήποτε χρειαζόταν για την αναγεννησή μας και συνεχίζει να
πράττει όλα όσα θέλει ο Θεός να γίνουν μέσα μας ‘επειδή, ο Θεός είναι που
ενεργεί μέσα σας και το να θέλετε και το να ενεργείτε, κατά την ευδοκία
του’( ΦΙΛΙΠΠ 2. 13 )
Η διαφορά μεταξύ
θρησκείας και αυθεντικής πνευματικής εμπειρίας πιστεύω βρίσκεται κυρίως
στην τυπολατρεία και τις εξωτερικές μορφές ευσέβειας που
αντικαθιστούν την ουσία και την πραγματικότητα της πνευματικής ζωής «εν
Χριστώ». Ο Θεός δεν κατοικεί πλέον σε «χειροποίητους ναούς»
(βλέπε ΠΡΑΞ 3: 48). Ο Θεός κατοικεί τώρα στις καρδιές των ανθρώπων «'Η,
δεν ξέρετε ότι το σώμα σας είναι ναός τού Αγίου Πνεύματος, που είναι
μέσα σας, το οποίο έχετε από τον Θεό...;» ( βλέπε Α ΚΟΡ 6: 19 ).
Ουσιαστικά ο κάθε Χριστιανός είναι «κινητός ναός» του Θεού.
Ο κάθε Χριστιανός
είναι «ιερέας» που προσφέρει καθημερινά την καρδιά του ως ζωντανή
θυσία στον Θεό. Αυτό δεν γίνεται μονάχα κατά τη διάρκεια κάποιας τελετής
σε κάποιον «ιερό ναό» ή μονάχα κατά τη διάρκεια του παραδοσιακού
Κυριακάτικου εκκλησιασμού. Όλοι οι Χριστιανοί είναι «ιεροί ναοί». Όλες οι
συναθροίσεις Χριστιανών, οπουδήποτε στον κόσμο είναι «ιεροί ναοί». Για
τους Χριστιανούς κάθε μέρα είναι Κυριακή. Όλα τα όνειρά, όλες οι
ευχαριστίες, όλα τα παράπονα, όλες οι ελπίδες, όλες οι σκέψεις, όλες οι
αγωνίες, τα καλά και τα άσχημα, όλα χωρίς εξαίρεση προσφέρονται καθημερινά
στον Θεό από τον κάθε Χριστιανό είτε το γνωρίζει ή όχι. Αυτό γίνεται
επειδή ο Θεός κατοικεί μέσα στις καρδιές των Χριστιανών. Η μυστική
αλήθεια της Χριστιανικής αποκάλυψης είναι «ο Χριστός μέσα σας, η ελπίδα
της δόξας». Η μυστική ελπίδα όλης της κτίσης είναι ότι στο τέλος των
αιώνων ο Θεός θα κατοικεί μέσα στους πάντες «ο Θεός θα είναι τα πάντα
εν πάσι».
Σε αντίθεση όμως με
την πραγματικότητα που υπάρχει με τον Χριστό ο οποίος ως Μέγας Αρχιερέας
ιερουργεί καθημερινά μέσα στα Άγια των Αγίων, δηλαδή μέσα στις καρδιές και
τα πνεύματα όλων των Χριστιανών, έχουμε την στείρα τυπολατρεία, κυρίως της
Καθολικής και της Ορθόδοξης θρησκείας, όπου η συμβολική αναπαράσταση του
ναού αντικαθιστά την πραγματικότητα. Ως γνωστόν η Εκκλησία μας ονομάζει τα
κτίρια όπου λατρεύεται ο Θεός «ιερούς ναούς» παρόλο που ο Θεός δεν
κατοικεί πλέον σε κτίρια φτιαγμένα από χέρια. Οι πιστοί μπερδεύονται ακόμα
περισσότερο με την συμβολική αναπαράσταση ( βλέπε νεκρανάσταση ) του
Ιουδαικού ναού μέσα στους Χριστιανικούς «ναούς» με τα «Άγια των Αγίων»,
δηλαδή με το μπροστινό τμήμα όπου απαγορεύεται η είσοδος στους απλούς
πιστούς.
Όσο και καλοπροαίρετη
και να ήταν αυτή η συμβολική αναπαράσταση δημιούργησε μία μεγάλη
παρεξήγηση, καθώς οι απλοί Χριστιανοί νομίζουν ότι δεν έχουν πρόσβαση στα
«Ιερά» των ναών, δηλαδή στα Άγια των Αγίων, ενώ στην πραγματικότητα οι
ίδιες οι καρδιές τους είναι Άγια των Αγίων! Όπως περιγράφει και ο πρώην
Ορθόδοξος ιερέας Χαραλαμπάκης η εμμονή της εκκλησίας στους τύπους οδήγησε
σε άρνηση της πραγματικότητας:
«Δια του ΞΘ (
69 ) Κανόνος της 6ης Οικουμενικής Συνόδου, απαγορεύεται εις
τους λαικούς η είσοδος εις το ‘Ιερόν’ του ναού. ‘Μη εξέστω τινί των
απάντων εν λαικοίς τελούντι, ένδον ιερού εισιέναι θυσιαστηρίου’. Διατί
απαγορεύεται η είσοδος;
Διότι, λέγουν
οι παπάδες, εις το ‘ιερόν’ κατοικεί ο Θεός, και μόνον οι ιερείς έχουν
δικαίωμα να εισέρχωνται. Εκεί λοιπόν που κατοικεί ο Θεός, ο άνθρωπος δεν
έχει δικαίωμα να εισέλθει; Όχι, λέγουν οι καλογεροκακοδοξίες των ιερέων.
Τούτο αποτελεί την μεγαλυτέραν πλάνην και την μεγίστην κακοδοξίαν...είναι
λοιπόν ιουδαική νεκρανάστασις το σύστημα της λατρείας, που υπάρχει εις την
Ρωμαιοκαθολικήν και Ορθόδοξον Εκκλησίαν...Τί παρουσιάζει λοιπόν το ως
άνω παπαδικόν σύστημα της λατρείας; Ότι η ιερωσύνη επανέφερε τους τύπους
και τις σκιές της Παλαιάς Διαθήκης, ενώ ψάλλει εις έναν ύμνον ‘παρήλθεν η
σκιά του Νόμου, της Χάριτος ελθούσης’...»
( 7 )
Σε άλλο σημείο του
βιβλίου του ο πρώην ιερέας προσθέτει: «Τα παπαδικά λούσα και
κατασκευάσματα ταπεινώνουν το ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ και ΙΕΡΑΤΙΚΟΝ ΑΞΙΩΜΑ του πιστού,
και τον φέρουν εις τόσον χαμηλόν επίπεδον, ώστε τον κάνουν να προσκυνή
εκείνα που έπρεπε να εξουσιάζη. Αυτός είναι και ο λόγος, που το
ιερατείον κατέκλεισε την Ορθοδοξίαν από τελετές και ιεροτελεστίες, και από
κάθε είδους καλογεροκακοδοξίες, διότι κατ’ άλλον τρόπον, δεν ημπορεί να
δικαιολογήση την θέσιν του... Ας είναι ευλογητός ο Θεός, ο οποίος δια
του Χριστού του Κυρίου μας, μας έκαμεν ιερείς και εις τον Εαυτόν Του, δια
να προσφέρουμεν ‘πνευματικάς θυσίας’, προσευχής και δοξολογίας και
αφιερωμένης ζωής, αι οποίαι αποτελούν το ιερατικόν έργον μας...»
( 8 )
Οι Χριστιανοί όλων
των δογμάτων, συμπεριλαμβανομένης και της Ορθοδοξίας μας, δυστυχώς
στην πλειοψηφία τους αρκούνται με το εξωτερικό περίβλυμμα της δημόσιας
λατρείας, των τελετών, των «μυστυρίων», των εορτών, των ανθρώπινων
εντολών, των παραδόσεων και των κανόνων και γενικά όλων των τύπων και των
σκιών που ποτέ όμως δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τη πραγματικότητα που
ακούει στο όνομα Χριστός. Στην καλύτερη περίπτωση η θρησκεία με τους
τύπους και τα σύμβολα αποτελεί ως αφετηρία του πνευματικού μας ταξιδιού το
οποίο όμως ξεκινάει πραγματικά όταν αναγνωρίσουμε ότι ο Χριστός κατοικεί
στις καρδιές μας.
Όταν η σχέση μας με
τον Θεό δεν είναι άμεση και απλά εκφράζεται μέσω «τρίτων» ή μέσα στα
πλαίσια θρησκευτικών έργων και δογμάτων, τότε παραμένουμε στις σκιές και
στους τύπους πέφτοντας εύκολα θύματα στον κάθε καλοθελητή
αντιπρόσωπο/μεσάζοντα του Χριστού. Όλο και περισσότεροι Χριστιανοί
συγγραφείς ασκούν σκληρή κριτική σε αυτό που ονομάζουμε θρησκεία. Ένας από
αυτούς, ο Robert D. Brinsmead
θεωρεί μάλιστα την θρησκεία ως εχθρό της
αλήθειας: «Η θρησκεία προϋποθέτει την πίστη σε μύθους. Προωθεί την
ευκολοπιστία. Αποθαρρύνει την αμφιβολία, τα ερωτήματα, την έρευνα.
Αποθαρρύνει την επιστημονική μέθοδο...Η θρησκεία είναι απλά η λατρεία της
φύσης σε διαφορετικές μορφές σκλαβώνοντας τους ανθρώπους «στα στοιχεία του
κόσμου αυτού». Για παράδειγμα όλοι οι αρχαίοι λαοί θεοποιούσαν τα διάφορα
στοιχεία της φύσης προσδίδοντας σε αυτά κάποιον ιερό χαρακτήρα. Με άλλα
λόγια η φύση μυθολογήθηκε. Ο Μωησής, οι Προφήτες, ο Ιησούς καθώς και
άλλοι γίγαντες της ανθρώπινης σκέψης δεν ήρθαν κηρύττοντας θρησκεία.
Ήρθαν ως απο-μυθοποιητές δείχνοντας ότι οι επικρατούσες αντιλήψεις
ήταν ουσιαστικά ειδωλολατρεία»
( 9 )
Ο συγγραφέας αυτός
έχει μελετήσει προσεκτικά την ουσία του Ιουδαϊσμού ( και του Φαρισαϊσμού )
με τον οποίον ως γνωστόν ήρθε σε πλήρη αντίθεση ο Χριστός. Επίσης
χαρακτήρισε τον Ιουδαϊσμό ως θρησκευτική αίρεση. Ούτε λίγο ούτε
πολύ ο Brinsmead καταλήγει στο συμπέρασμα
ότι και η λεγόμενη οργανωμένη Χριστιανική θρησκεία, σε όλες τις μορφές και
δόγματα είναι αίρεση με όλη τη σημασία της λέξης και αποτελεί
νεκρανάσταση του Φαρισαισμού. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με το πόρισμα του
Brinsmead το Πνεύμα του Χριστού ήταν και θα
είναι πάντα αντίθετο με την οργανωμένη θρησκεία. Αφήνω σε σας φίλοι
αναγνώστες να βγάλετε μόνοι σας τα συμπερασματά σας για το κατά πόσο
αληθεύουν οι ισχυρισμοί αυτοί:
«Το Πνεύμα του
Ιησού ήταν σε πλήρη αντίθεση με τον Ιουδαισμό. Αυτό το αναγνωρίζουμε
εύκολα. Όμως θα ήθελα να προσθέσω ότι το Πνεύμα του Ιησού είναι επίσης
αντίθετο με τη Χριστιανική θρησκεία. Το πνεύμα της θρησκευτικής
αίρεσης αρέσκεται στο να κολλάει θρησκευτικές ταμπέλες επάνω στους
ανθρώπους, επειδή οι ταμπέλες προσδιορίζουντις σχέσεις των ανθρώπων.
Την εποχή του Χριστού, εάν ήσουν ένας ‘καλός Ιουδαίος’ σίγουρα θα ανήκες
στην θρησκευτική αίρεση του Ιουδαισμού και θα γνώριζες πώς να
συναναστρέφεσαι με τους υπόλοιπους ‘καλούς Ιουδαίους’ της αίρεσης. Για
παράδειγμα μπορούσες να τρως μαζί τους, κάτι που δεν μπορούσες να κάνεις
με άτομα που ήταν έξω από την αίρεση, όπως...οι φοροεισπράκτορες, και
ιδιαίτερα οι Σαμαρείτες και οι ειδωλολάτρες εθνικοί με τους οποίους θα
απέφευγες την οποιαδήποτε σχέση»
«Βλέπουμε όμως
κάτι στο Πνεύμα του Ιησού που απέρριπτε ολοσχερώς το θρησκευτικό αυτό
πνεύμα της αίρεσης. Βλέπουμε μία θαυμάσια καθολικότητα στο Πνεύμα του
Ιησού ο οποίος δε δίστασε να αγνοήσει εντελώς την οποιαδήποτε θρησκευτική
διάκριση μεταξύ των ανθρώπων. Στις σχέσεις Του με τους ανθρώπους τους
αντιμετώπιζε όλους απλά ως ανθρώπους χωρίς να ενδιαφέρεται για τις
θρησκευτικές τους ταμπέλες. Τους συνάντησε όλους σε οποιοδήποτε πνευματικό
επίπεδο και αν βρίσκονταν. Τους έφερε θεραπεία, παρηγοριά και συγχώρηση
εκεί που βρίσκονταν χωρίς να θέσει όρους. Δεν είπε ‘για να μπορέσω να κάνω
παρέα μαζί σου πρέπει πρώτα εσύ να...’ ούτε ρώτησε κανέναν ‘θέλω να
γνωρίζω ποιά είναι η θέση σου πάνω στο δόγμα του/της...’ ή ‘σε ποιά
εκκλησία πηγαίνεις’. Δεν έκανε τίποτα από αυτά. Απλά συνάντησε όλων των
ειδών τους ανθρώπους, τόσο μέσα όσο και έξω από την αίρεση στην οποία
γεννήθηκε. Και συναναστρέφηκε μαζί τους χωρίς να νοιάζεται για τις
θρησκευτικές τους τοποθετήσεις»
«Αυτό φυσικά
αποτέλεσε μία μεγάλη απειλή στο θρησκευτικό κατεστημένο καθώς φανερά
έδειξε την αντίθεσή Του προς το πνεύμα της θρησκευτικής αίρεσης στην οποία
τυπικά ανήκε, και της οποίας την ύπαρξη τώρα αμφισβητούσε. Ακόμα
χειρότερα, ο Ιησούς μίλησε με τα καλύτερα λόγια για όσους θεωρούνταν
εχθροί της επικρατούσας θρησκευτικής αίρεσης. Είπε τα καλύτερα λόγια για
τους μισητούς Σαμαρείτες, για τον ομοφυλόφιλο Ρωμαίο Εκατόνταρχο (
του οποίου θεράπευσε τον εραστή/σκλάβο χωρίς να θέσει κανέναν όρο ), και
φυσικά για την Συρο-Φοινική γυναίκα.
Μάλιστα είπε γι αυτούς ‘Βρήκα σε αυτούς τους ανθρώπους μεγαλύτερη πίστη
από ότι βρήκα στο λαό του Ισραήλ’ Σα να λέει κανείς σήμερα ‘η πίστη αυτών
των ανθρώπων είναι ανώτερη από την πίστη όσων ανήκουν στην εκκλησία’.
Φυσικά και θέλανε οι ηγέτες της αίρεσης να τον εξολοθρέψουν καθώς είδαν
ότι ο Ιησούς είχε βαλθεί ‘να τους κλείσει το μαγαζί’.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο Ιησούς
φαινόταν να νοιώθει πιο άνετα με την παρέα μη-θρήσκων ανθρώπων, παρά με
την παρέα θρήσκων. Αυτή δεν είναι η αλήθεια; Πάντα Τον έβρισκες έξω από
την θρησκευτική κοινότητα, μαζί με τους άξεστους Γαλλιλαίους, τις πόρνες
και, αν είναι δυνατόν... με τους φοροεισπράκτορες/τελώνες! Μαζί με τους
ά-θρησκους ανθρώπους αυτούς ο Χριστός αισθανόταν πολύ πιό άνετα σε
σύγκριση με τους θρήσκους οι οποίοι τον έβλεπαν με μισό μάτι. Είναι φανερό
ότι ο Ιησούς δεν ήταν καθόλου θρήσκος»
«Ξέρω, οι
εκκλησίες μας παρουσιάζουν έναν ‘σεβάσμιο, θρήσκο Ιησού’. Όμως ο Ιησούς
δεν δίδασκε σε θρησκευτικά περιβάλλοντα όπως ναοί ή συναγωγές. Σε μια
περίπτωση που δίδαξε σε μία συναγωγή ( εκκλησία ), στην ίδια γειτονιά όπου
μεγάλωσε, οι θρήσκοι γειτονές Του ενθουσιάσθηκαν τόσο πολύ από τα λόγια
Του που προσπάθησαν να Τον ρίξουν σε γκρεμό. Όταν δίδασκε δεν ζάλιζε
τους ακροατές του με ατέλειωτες αναφορές στις Γραφές. Αντίθετα εξηγούσε το
μήνυμά Του με ιστορίες βγαλμένες μέσα από την πραγματικότητα στην οποία
ζούσε ο ίδιος και όσοι Τον άκουγαν. Πολλές από τις ιστορίες αυτές ήταν
αρκετά διασκεδαστικές, ακόμα και ξεκαρδιστικές όταν για παράδειγμα
διακωμωδούσε την υποκρισία των θρήσκων ανθρώπων δίνοντας έτσι κουράγιο
στους ‘απόκληρους της κοινωνίας’. Ο Ιησούς ήταν περιζήτητος στα πάρτυ
και στις γιορτές. Έλεγε πολύ ενδιαφέρουσες ιστορίες ενθαρρύνοντας όσους
τον άκουγαν. Αυτό φυσικά δεν άρεσε σε πολλούς θρήσκους που Τον
κατασκόπευαν προκειμένου να Τον παγιδεύσουν σε κάποια παράβαση του Νόμου.
Επόμενο ήταν να κυκλοφορήσουν φήμες ότι ήταν μέθυσος και κοιλιόδουλος.
Βλέπετε ο Υιός του ανθρώπου δεν έλεγε όχι όταν τον κερνάγανε ένα ποτηράκι
κρασί, όπως κάνουν οι περισσότεροι Προτεστάντες θρήσκοι οι οποίοι ακόμα
και στην θεία ευχαριστία αποφεύγουν το αλκοολούχο κρασί. Οι θρήσκοι της
εποχής του ‘σκυλιάζανε’ όταν Τον βλέπανε να περνάει καλά με την παρέα των
αμαρτωλών και να γελάει μαζί τους λέγοντάς τους ανέκδοτα για τους ευσεβείς
Φαρισσαίους. Ο Ιησούς ήταν ‘φίλος των αμαρτωλών!’»
«Δεν ίσχυε όμως
το ίδιο με τους κατατρεγμένους, με τους εθισμένους αμαρτωλούς, με τους
ά-θρησκους, με τους φτωχούς, με τους αποσυνάγωγους, με τους
ειδωλολάτρες...οι οποίοι δεν μπορούσαν να πιστέψουν στην καλή τους τύχη.
Η μετάνοιά τους ήταν τόσο αυθόρμητη! Ήταν μετάνοια χαράς...και την βρήκαν
χωρίς καν να την επιδιώξουν. Προκλήθηκε έτσι απλά από την παρουσία του
‘φίλου των αμαρτωλών’. Η κοινωνία με τον Χριστό απλά και αβίαστα οδηγεί
στην μετάνοια, δηλαδή σε αλλαγή του τρόπου σκέψης. Η παρουσία του Ιησού
φέρνει την μετάνοια και όχι το αντίθετο. Αντί η μετάνοια να ανοίγει
την πόρτα της σωτηρίας και της κοινωνίας με τον Ιησού, η επίσκεψη του
Χριστού και της Χάρης Του στις ζωές των αμαρτωλών ανθρώπων, τους φέρνει
εύκολα και αβίαστα την μετάνοια χαράς. Αντίθετα η μετάνοια γίνεται πολύ
δύσκολη για τους ‘ενάρετους ανθρώπους’, για τους ‘θρήσκους’ και για
όσους ανήκουν στην ομάδα των ‘εκλεκτών’ της κάθε θρησκευτικής αίρεσης. Το
Πνεύμα λοιπόν του Χριστού, η καθολική αγάπη Του για όλους, δεν αναγνωρίζει
θρησκευτικές τοποθετήσεις και ταμπέλες»
«Το Πνεύμα αυτό
του Ιησού διεκρινε τη δυνατότητα για καλό και για πίστη σε όσους δεν
ανήκαν στην ‘Ορθόδοξη Εκκλησία’ της εποχής Του, γιαυτό και τους επαινούσε
σε κάθε ευκαιρία που έβρισκε...Το Πνεύμα του Ιησού φανερώθηκε ως ένας
άνθρωπος που ‘έτρωγε και έπινε’ και όχι ως ένας ασκητής που ζήταγε να
μαζέψει μία ομάδα εκλεκτών και να αποτραβηχτεί στην έρημο, χώρια από την
ανθρωπότητα. Το Πνεύμα του Ιησού δεν είχε καμμία σχέση με το πνεύμα
ελιτισμού που διακρίνει τους θρήσκους. Αντίθετα αγκάλιασε και συνεχίζει να
αγκαλιάζει ολόκληρη την ανθρωπότητα χωρίς να κάνει την οποιαδήποτε
διάκριση»(10)
Δεν είναι μόνο ο Brinsmead που κάνει αυτές τις
διαπιστώσεις. Ο James A. Fowler
(11)
χώνει ακόμα πιό βαθειά το μαχαίρι της αλήθειας στην
καρδιά της θρησκείας ξεσκεπάζοντας πολλά θεμελιακά προβλήματα στα
οικοδομήματα που έχουν κτιστεί στο όνομα Εκείνου που ήρθε να μας
ελευθερώσει από τα στοιχεία του κόσμου.
«Ο σκοπός της
ενανθρώπισης του Θεού και του έργου Του επάνω στη γή ως Υιός ανθρώπου δεν
ήταν η ίδρυση κάποιας νέας θρησκείας, ούτε η θεμελίωση κάποιας νέας
διδασκαλίας ή ενός νέου συστήματος ηθικής. Ο Ιησούς ήρθε για να μας
φέρει τον εαυτόν Του, την παρουσία και την δυναμική της δικής Του θεικής
υπόστασης, την οποία υπόσταση εξέφρασε με τον καλύτερο τρόπο ως τέλειος
άνθρωπος, ώστε η θεική αυτή ζωή να μπορέσει μια μέρα να εκφραστεί από
όλους τους ανθρώπους. Το ευ-αγγέλιο που μας έφερε ο Χριστός ήταν εντελώς
Χριστοκεντρικό. Δεν υπάρχουν ‘καλά νέα’ πουθενά εκτός από την οντολογική
πραγματικότητα της ίδιας της ύπαρξης του Θεού μέσα στον Ιησού Χριστό ο
οποίος είναι η ουσία του Χριστιανισμού. Χριστιανισμός ίσον Χριστός!... Η
αποκάλυψη του Θεού μέσα από τη ζωή και το έργο του Χριστού αναπόφευκτα Τον
έφερε σε σύγκρουση με την επικρατούσα θρησκεία της εποχής Του. Η αποκάλυψη
που έφερε ο Χριστός σχετικά με την Χάρη του Θεού η οποία ενεργεί μέσα στον
άνθρωπο με σκοπό να επαναφέρει όλους τους ανθρώπους σε πλήρη κοινωνία μαζί
Του ήταν διαμετρικά αντίθετη με το πνεύμα της Ιουδαικής θρησκείας... η δε
Ιουδαική θρησκεία αντιπροσωπεύει σε σκέψη και σε πράξη όλες τις θρησκείες»
Συνεχίζοντας την
ανάλυσή του ο Fowler γράφει:
«Ο Ιησούς δεν
είπε, ‘ήρθα για να έχετε θρησκεία, και να την τηρείτε με μεγαλύτερη
ευσέβεια’ ή ‘ήρθα για να έχετε θρησκεία και να είσαστε πιό αφοσιωμένοι
σε αυτήν’ ούτε είπε ‘ήρθα για να έχετε θρησκεία και να την υπερασπίζεστε
με μεγαλύτερο ζήλο’ ή ‘ήρθα για να έχετε θρησκεία και να ζείτε πιό ηθικές
ζωές’. Αυτό που είπε ο Χριστός ήταν, ‘ήρθα για να έχετε ζωή και να την
έχετε πιό άφθονη’ ( ΙΩΑΝ 10:10). Ο Απ. Παύλος έγραψε ότι ‘ο Χριστός είναι
η ζωή μας’ ( ΚΟΛΟΣ 3:4), ακριβώς επειδή ο ( αυθεντικός ) Χριστιανισμός δεν
είναι θρησκεία αλλά η ίδια η ζωή του Χριστού που εκφράζεται από την
ανταποκρινόμενη ανθρωπότητα... Η θρησκεία και ο αυθεντικός
Χριστιανισμός διαφέρουν σαν τη νύχτα με την ημέρα, το θάνατο και τη ζωή,
το παραμύθι και την αλήθεια. Ο (αυθεντικός ) Χριστιανισμός είναι
μοναδικός. Είναι η μοναδική πραγματικότητα του έργου που κάνει ο Θεός για
να αποκαταστήσει την ανθρωπότητα...Ο Χριστιανισμός δεν είναι η εξάπλωση
μίας φιλοσοφίας, ούτε η τέλεση θρησκευτικών έργων ή διαδικασιών. Ο
Χριστιανισμός δεν είναι η διαιώνιση ενός οργανισμού ή προγράμματος. Ο
Χριστιανισμός είναι η αποδοχή ενός συγκεκριμένου προσώπου, του Ιησού
Χριστού, δηλαδή του ίδιου του Θεού μέσα στη ζωή του ανθρώπου»
«Θα μπορούσαμε να
κάνουμε την υ