free christians australia all welcome

Θρησκεία Φόβου
FreeChristians

Greek Articles Index

"Δεν υπάρχει φόβος μέσα στην αγάπη, αλλά η τέλεια αγάπη βγάζει έξω τον φόβο επειδή,ο φόβος έχει να κάνει με κόλαση και όποιος φοβάται δεν έχει τελειοποιηθεί στην αγάπη " Α’ Ιωάννου 4: 18

"Ιδιαίτερα στο παρελθόν, ο Χριστιανισμός περισσότερο φόβιζε τους ανθρώπους παρά τους έδινε χαρά ή παρηγορία, ή ελπίδα. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι η επίδραση του Χριστιανισμού στην ανθρωπότητα πάντα ήταν και συνεχίζει να είναι η επίδραση μίας θρησκείας που περισσότερο απειλεί παρά υπόσχεται. Έχει βέβαια υπηρετήσει την κοινωνία και την ηθική, έχει περιορίσει το κακό και έχει προωθήσει το καλό, όχι όμως μέσω της ελπίδας όσο μέσω του φόβου. Οι Χριστιανοί υπακούν στις εντολές της θρησκείας τους περισσότερο επειδή φοβούνται την κόλαση ή το Καθαρτήριο παρά επειδή επιθυμουν τον Παράδεισο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι χωρίς την απειλή της Κόλασης, αλλά μονάχα με την υπόσχεση του Παραδείσου, ο Χριστιανισμός δε θα είχε εξαπλωθεί και δεν θα είχε τόσο μεγάλη επιρροή στην ανθρωπότητα" G. Leopardi (1961)

"Ο φόβος για την μεταθανάτια ζωή καταντάει τους ανθρώπους επιρρεπείς στην απειλή της κόλασης από εκκλησιαστικά κοράκια που επιμένουν ότι μονάχα αυτοί κατέχουν την αλήθεια" John S Morgan ( Άγγλικανός Επίσκοπος)

"Η θρησκεία έχει πάντα λειτουργήσει ως το ισχυρότερο εργαλείο που έχει επινοηθεί και χρησιμοποιηθεί από τους ανθρώπους για να ελέγχουν την συμπεριφορά των συνανθρώπων τους. Οι θρησκευτικοί ηγέτες παραδοσιακά ισχυρίζονται ότι είναι οι μόνοι αντιπρόσωποι του Θεού έχοντας την εξουσία να προσφέρουν το μεγαλύτερο δώρο που φαντάστηκε ποτέ ο άνθρωπος, δηλαδή την Σωτηρία. Ισχυρίζονται επίσης ότι έχουν και την εξουσία να καταδικάζουν τους ανθρώπους στην χειρότερη μορφή κατάρας που σκέφτηκε ποτέ ο άνθρωπος, την ατελεύτητη Κόλαση. Η Σωτηρία προσφέρεται σε όλους όσους προσυλητισθούν και υποταχθούν στις θρησκευτικές αρχές και στους κανονισμούς τους. Η Κόλαση είναι η κατάρα που πέφτει επάνω σε όσους απορρίψουν τις θρησκευτικές αρχές και επιλέξουν να ζήσουν ως πνευματικά ελεύθεροι άνθρωποι. Οι ιδέες αυτές έχουν χρησιμοποιηθεί με τραγικό τρόπο στην καταδυνάστευση των ανθρώπων. Έχουν καταστρέψει σε μαγάλο βαθμό την ελευθερία του πνεύματος και έχουν φέρει απέραντη δυστυχία στην ανθρωπότητα..." W. Krossa ( Συγγραφέας )


Η μετατροπή του Χριστιανισμού σε δεισδαιμονία

Η μετατροπή του Χριστιανισμού από αυθόρμητο πνευματικό κίνημα σε καταπιεστικό θρησκευτικό σύστημα ξεκίνησε από τη στιγμή που "το ευαγγέλιο της ελπίδας" μετατράπηκε σε μήνυμα φόβου. 

Η τάση αυτή φαίνεται ακόμα και στα γραπτά κείμενα που ονομάζουμε «Καινή Διαθήκη», με άλλα λόγια εκδηλώθηκε απο πολύ νωρίς στην ιστορία του Χριστιανισμού. 

Ήταν πολύ δύσκολο για τους ηγέτες της αρχαίας εκκλησίας, ακόμα και για τους αποστόλους να αντισταθούν στον πειρασμό της χρήσης του φόβου και των εσχατολογικών φαντασιώσεων ως μέσα ελέγχου της συμπεριφοράς των πιστών. 

Ακόμα χειρότερα, οι συγγραφείς των τεσσάρων ανώνυμων ευαγγελίων (τα οποία σύμφωνα με τους ειδικούς γράφτηκαν μετά το 70 μ.Χ και σε μετέπειτα χρόνια «βαπτίσθηκαν» σε Κατα Μάρκον, Κατα Λουκάν, Κατα Ματθαίον και Κατα Ιωάννην), έβαλαν στο στόμα του Χριστού γλαφυρές προειδοποιήσεις σχετικά με την καταστροφή του 70μ.Χ με τέτοιον τρόπο που να εμπνέουν φόβο και αγωνία αντί για χαρά και ελπίδα.

 Για παράδειγμα παρουσιάζουν τον Χριστό να προειδοποιεί τους Ιουδαίους ότι αναφορικά με την επερχόμενη καταστροφή του Ιουδαϊκού έθνους «μονάχα όσοι παραμείνουν πιστοί μέχρι το τέλος θα σωθούν».

Η αναμονή της επερχόμενης καταστροφής του 70μ.Χ είχε δημιουργήσει ανάμεικτα συναισθήματα στους Χριστιανούς Ιουδαίους οι οποίοι περίμεναν βέβαια με φόβο την «οργή του Θεού» αλλά συνάμα έλπιζαν στην θαυματουργική διασωσή τους «αρπαγή» απο τον επερχόμενο στρατηλάτη Μεσσία Ιησού. Οι προειδοποιήσεις αυτές, ακόμα και αν τις ξεστόμισε ο Χριστός, άρχισαν να ερμηνεύονται με διαφορετικό τρόπο όταν μετά το 70μ.Χ οι Χριστιανοί αντιλήφθηκαν ότι η Μεσσιανική βασιλεία δεν ήρθε, τουλάχιστον όπως την φαντάζονταν. Η αναμονή του τέλους του κόσμου και της Δευτέρας Παρουσίας πήρε λοιπόν παράταση, υπο τη μορφή των εσχατολογικών «αποκαλυπτικών» αντιλήψεων με τις οποίες είχαν γαλουχηθεί μέχρι τότε.

Μεγάλο ρόλο στην «αποκαλυπτική» νοοτροπία που επικρατούσε την εποχή εκείνη είχαν παίξει τα διάφορα ψευδεπίγραφα Ιουδαϊκά συγγράματα που κυκλοφορούσαν απο το 3ο αιώνα π.Χ. Ένα απο αυτά μάλιστα, το βιβλίο του «Δανιήλ», συμπεριλήφθηκε στον κανόνα των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης. 

Αναπόφευκτα λοιπόν η διδασκαλία του Ιησού σχετικά με τη βασιλεία του Θεού μεθερμηνεύθηκε μέσα στα εσχατολογικά μοτίβα της εποχής εκείνης. Έτσι η «βασιλεία του Θεού» έπαψε να είναι μία εσωτερική πραγματικότητα η οποία εξαπλώνεται αθόρυβα, αβίαστα και ειρηνικά στην ανθρωπότητα, και πήρε τη μορφή μίας αναμενόμενης βίαιης επέμβασης του Χριστού ως «τιμωρού θεού» ο οποίος θα σκόρπιζε τον όλεθρο και την καταστροφή στον κόσμο. Η μεταμόρφωση, ή μάλλον, η παραμόρφωση του Ιησού σε τιμωρό θεό φαίνεται ιδιαίτερα στο πρώτο Χριστιανικό γκραν-γκινιόλ, στο ψευδεπίγραφο αποκαλυπτικό βιβλίο «Αποκάλυψις Ιωάννου». 

Το βιβλίο αυτό αναφέρεται μεταξύ άλλων στην «οργή του αρνίου» και στον Χριστό να επιστρέφει στη γη ως αιματοβαμμένος πολεμιστής για να επιβάλλει ένα θεοκρατικό καθεστώς που θα ζήλευαν ακόμα και οι Ταλιμπάν. Για να λέμε και του στραβού το δίκηο, η Αποκάλυψη περιέχει και ορισμένες όμορφες παραστάσεις και συμβολισμούς, ακόμα και θεόπνευστες αλήθειες, αλλά δεν παύει να είναι γεμάτη απο ανθρώπινες αδυναμίες. Άν και το αμφιλεγόμενο αυτό βιβλίο δεν έγινε αρχικά αποδεκτό απο πολλούς Χριστιανούς (συμπεριλήφθηκε τον 4ο αιώνα με το ζόρι στον κανόνα της Καινής Διαθήκης), εντούτοις συνέβαλλε στην διαμόρφωση της θρησκείας φόβου που ονομάζουμε Χριστιανισμό.

Ως αποτέλεσμα του αγιάτρευτου «αποκαλυπτισμού» των πρώτων Χριστιανών, ο φόβος δεν άργησε να επικρατήσει ως θεμέλιο της νέας θρησκείας που προέκυψε. Ο φόβος όμως δεν έχει καμμία θέση στο χαρμόσυνο μήνυμα του ευαγγελίου της χάρης του Θεού. 

Υπάρχει το ευαγγέλιο της χάρης του Θεού «η οποία φέρνει τη σωτηρία σε όλους τους ανθρώπους» το οποίο κήρυξε σε σχετικά ικανοποιητικό βαθμό ο Απόστολος Παύλος. 

Υπάρχουν όμως και διάφορα τρομο-ευαγγέλια που διατυμπανίζονται απο τις Χριστιανικές εκκλησίες. 

Υπάρχουν πολλά λεγόμενα μηνύματα που πλασσάρονται ως ευαγγέλια, που δεν είναι καθόλου «καλά νέα», και τα οποία με διαφορετικούς τρόπους βάζουν όρια στην αγάπη και στην χάρη του Θεού. 

Αν και περιοριζόταν απο τις λανθασμένες κοσμοθεωρίες που είχε διδαχθεί απο την Ιουδαϊκή παράδοση, ο Απ. Παύλος έκανε ένα τεράστειο άλμα για την εκκλησία όταν τόλμησε να διερευνήσει τα όρια της αγάπης του Χριστού, ανακαλύπτοντας και ο ίδιος στην πορεία ότι δεν υπάρχουν καθόλου όρια ή περιορισμοί στο ευαγγέλιο της χάρης του Θεού. 

Επόμενο ήταν να αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στην υπεράσπιση του ευαγγελίου αυτού. Η σκέψη (και το ευαγγέλιο) του Απ. Παύλου ωρίμασε όσο περνούσαν τα χρόνια, κάτι που φαίνεται και στις επιστολές του. Δεν πρόλαβε όμως να το τελειοποιήσει, αφήνοντας έτσι χώρο βελτίωσης για τις επόμενες γενιές Χριστιανών, κάτι όμως που δυστυχώς δεν έγινε.

Ακόμα και όσο ζούσε ο Απ. Παύλος, οι υπόλοιποι πιστοί, ιδιαίτερα οι Ιουδαϊζοντες, δυσκολεύονταν να δεχτούν την σκανδαλώδη χάρη του Θεού που εκείνος δίδασκε.

Απορώντας για την ευκολία με την οποία οι Χριστιανοί της εποχής του εγκατέλειπαν την Χάρη του Θεού για να επιστρέψουν στη θρησκεία ο Απόστολος Παύλος (βλέπε ΓΑΛΑΤΕΣ 1. 6-7) έγραψε τα εξής προς τους «ανόητους Γαλάτες»: «Θαυμάζω ότι τόσο γρήγορα μεταφέρεστε από εκείνον, που σας κάλεσε με τη χάρη τού Ιησού Χριστού, σε άλλο ευαγγέλιο το οποίο δεν είναι άλλο αλλά, υπάρχουν μερικοί που σας ταράζουν, και θέλουν να μετατρέψουν το ευαγγέλιο του Χριστού». 

Σε άλλη επιστολή του (βλέπε ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β 11. 3-4) ο Απόστολος Παύλος παραπονέθηκε ότι κυκλοφορούσαν στην εκκλησία ένας «άλλος Ιησούς», ένα «άλλο πνεύμα» και ένα «άλλο ευαγγέλιο» απο αυτό της χάρης του Θεού. Γράφοντας για το ίδιο θέμα στους Χριστιανούς που ζούσαν στη Ρώμη, ο Απ. Παύλος διευκρίνησε (βλέπε ΡΩΜΑΙΟΥΣ 8. 15) ποιό ήταν το αληθινό πνεύμα του ευαγγελίου συγκρίνοντάς το με το ψεύτικο πνεύμα της δεισδαιμονικής θρησκείας: «Δεδομένου ότι, δεν λάβατε πνεύμα δουλείας, ώστε πάλι να φοβάστε, αλλά λάβατε πνεύμα υιοθεσίας, με το οποίο κράζουμε: Αββά, Πατέρα». 

Αν και σε άλλα σημεία των επιστολών του ο Απ. Παύλος καταφεύγει στην παραδοσιακή επίκληση του «φόβου Θεού» ως οφέλιμο μέσο καταπολέμισης των παθών, σε άλλα σημεία, όπως βλέπουμε στο παραπάνω απόσπασμα, δείχνει να κατανοεί ότι σε τελική ανάλυση, αυτό που εμπνέει τον άνθρωπο να βελτιωθεί πνευματικά δεν είναι ο φόβος αλλά η αγάπη (δύο αντιθετικές έννοιες). 

Βλέπουμε λοιπόν την τεράστεια διαφορά που έχει η αυθεντική Χριστιανική εμπειρία - όπως τουλάχιστον αποπειράθηκε να την διατυπώσει ο Απ. Παύλος - με την εμπειρία όσων ανθρώπων είναι δέσμιοι στην δεισδαιμονία της οποιασδήποτε θρησκείας.

Από τη μία πλευρά έχουμε την εμπειρία του να αντιλαμβάνεται κανείς τον Θεό ως μπαμπά κατανοώντας τα πάντα μέσα στα πλαίσια αυτής της αποκάλυψης. Ένας τέτοιος Θεός είναι πράγματι άξιος προσκύνησης ή καλύτερα, άξιος αγάπης, μίας αυθόρμητης αγάπης που πηγάζει από «το πνεύμα υιοθεσίας». Στις καρδιές των ανθρώπων που πραγματικά βλέπουν τον Θεό ως μπαμπά (ή ως "πηγή ζωής") των πάντων δεν υπάρχει ούτε ίχνος φόβου για τις προθέσεις του Αγαθού Δημιουργού προς τα πλάσματά Του. Αντιλαμβάνονται όλες τις ενέργειες του Θεού ως τις ενέργειες ενός μπαμπά. Γνωρίζουν πως οτιδήποτε κάνει ο μπαμπάς τους, ακόμα και όταν λέγεται απο τις γραφές ότι «τιμωρεί», πηγάζει από την απερίγραπτη αγάπη Του προς όλους τους ανθρώπους (1)

Από την άλλη πλευρά έχουμε την δεισδαιμονική εμπειρία ανθρώπων που δεν αντιλαμβάνονται το Θεό ως «μπαμπά» τους αλλά ως έναν «μπαμπούλα» που είναι ικανός να τους απορρίψει για πάντα εάν δεν κάνουν ότι επιτάσσει το δόγμα στο οποίο πιστεύουν. Οι άνθρωποι αυτοί είναι κυριευμένοι από «πνεύμα φόβου» και δεν είναι σίγουροι ούτε καν για την σωτηρία τους. Ποιός άλλωστε μπορεί να είναι σίγουρος για την σωτηρία του εάν τίθεται θέμα σωτηρίας; Πολλοί Χριστιανοί που αντί για πνεύμα υιοθεσίας λάμβάνουν το θρησκευτικό «πνεύμα δουλείας, ώστε πάλι να φοβούνται», ζούνε πάντα με το φόβο μην αποτύχουν στα θρησκευτικά τους καθήκοντα, με αποτέλεσμα ο Θεός να τους απορρίψει «για πάντα» στην κόλαση μαζί με τους υπόλοιπους αμαρτωλούς.

Πως επικράτησε ο φόβος

Η Χριστιανική Εκκλησία δεν κατάφερε να αναδειχθεί ως κοινότητα ελεύθερων ανθρώπων και σταδιακά μετατράπηκε σε ένα καταπιεστικό θρησκευτικό σύστημα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν η Εκκλησία παντρεύτηκε με την εξουσία τρείς μόλις αιώνες μετά από την ιδρυσή της και έγινε η επίσημη θρησκεία της Ρωμαικής Αυτοκρατορίας. Από την στιγμή που ο Ρωμαίος αυτοκράτωρας Κωνσταντίνος μπήκε μέσα στην Εκκλησία με τον ειδωλολατρικό τίτλο του Ποντίφηκα (Pontifex Maximus) ο Χριστιανισμός άρχισε να εξαπλώνεται με το σπαθί του αυτοκράτωρα αντί για το σπαθί του πνεύματος. Από διωκόμενοι οι Χριστιανοί μετατράπηκαν σε διώκτες. Από πρόβατα μετατράπηκαν σε λύκοι. 

Μετά απο τις δυσάρεστες αυτές εξελίξεις άρχισε να επικρατεί στην Εκκλησία και η απαίσια διδασκαλία της μεταθανάτιας κόλασης, η οποία κόλαση μάλιστα εμπλουτίσθηκε με κάθε λογής μυθολογικό στοιχείο σύμφωνα με τις διάφορες ειδωλολατρικές και Ιουδαϊκές αντιλήψεις περί υποχθόνιων τεράτων και βασανιστηρίων. 

Η σωτηρία του Χριστού έπαψε πιά να είναι από τα «νεκρά έργα» της θρησκείας και άρχισε να κηρύττεται ως σωτηρία από την κόλαση. Με άλλα λόγια το νέο αυθαίρετο οικοδόμημα της αυτοκρατορικής εκκλησίας άρχισε να χτίζεται επάνω στα θεμέλια του φόβου της κόλασης. Ο φόβος αυτός της κόλασης οδήγησε στον σταδιακό τερματισμό της ελεύθερης σκέψης. Όπως γράφει και ο Talbott: «η εμμονή της αυτοκρατορικής εκκλησίας με την εξουσία και τον έλεγχο των πιστών αναπόφευκτα γέννησε πρώτα έναν νευρωτικό φόβο για την αίρεση, μετά τον διωγμό των αιρετικών και τελικά μία τάση να θεωρεί την παραμικρότερη απομάκρυνση από τα στενά πλαίσια της ήδη κρυσταλλοποιημένης ορθοδοξίας ως αίρεση» (2)

Πρώτος ο Ιερός Αυγουστίνος θεμελίωσε και θεολογικά το δικαίωμα της εκκλησίας να διώκει και να θανατώνει τους «αιρετικούς» βασίζοντας τη βία επάνω στο φόβο της κόλασης. Η λογική του Αυγουστίνου ήταν πολύ απλή. Εάν η κόλαση είναι παντοτινή και εάν οι αιρετικοί καταλήγουν στην κόλαση τότε έχουμε υποχρέωση ως Χριστιανοί να προσπαθούμε να τους συνεφέρουμε ακόμα και με χρήση της βίας. Εάν βέβαια δεν μετανοήσουν τότε καλύτερα να τους θανατώσουμε προκειμένου να σώσουμε τις ψυχές άλλων ανθρώπων που τυχόν θα παρασυρθούν από την αιρετική τους διδασκαλία. Τα λόγια του Αυγουστίνου: «Πώς λοιπόν εκδηλώνεται η αδελφική αγάπη; Θα εγκαταλείψει τους πολλούς στις ασταμάτητες φλόγες της κόλασης επειδή λυπάται να ρίξει μερικούς σε προσωρινές φωτιές;» (3)

Αυτή η λογική, η βασισμένη στο φόβο της κόλασης, αποτέλεσε και τη βάση όλων των μετέπειτα αποτρόπαιων πράξεων που διαπράχθηκαν στο όνομα του Χριστού. Όσο απίστευτο και να ακούγεται, οι Ιερές εξετάσεις και οι διάφοροι θρησκευτικοί πολέμοι είχαν και μία δόση καλοπροαίρετων κινήτρων καθώς οι «αιρετικοί» της κάθε εποχής θεωρούνταν ότι βρίσκονταν με το ένα πόδι στην κόλαση και έπρεπε πάση θυσία να επανέλθουν στην μητέρα εκκλησία «έξω από την οποία δεν υπάρχει σωτηρία».

Η λεγόμενη Μεταρρύθμηση δεν άλλαξε τίποτα, αντίθετα απολυτοποίησε τον τρόμο της κόλασης. Οι περισσότεροι Μεταρρυθμιστές όπως ο Λούθηρος και ο Καλβίνος θεώρησαν την «αίρεση» ως έγκλημα άξιο θανατικής καταδίκης και ως χειρότερο από τον φόνο καθώς έστελνε ανθρώπους στην κόλαση. O Talbott παραθέτει αρκετά αποσπάσματα από τα γραπτά των Μεταρρυθμιστών που αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Ο Καλβίνος είπε τα εξής: «Οι ασεβείς που ανέχονται όλες αυτές τις λανθασμένες διδασκαλίες είναι όχι μονάχα προδότες του Θεού αλλά και προδότες του ανθρώπινου γένους. Είναι χειρότεροι από δολοφόνοι επειδή σπρώχνουν τις ψυχές ανθρώπων στην απώλεια» (4) Ο επιστήθιος φίλος του Καλβίνου Θεόδωρος Μπέζα πρόσθεσε: «Η άποψη ότι οι αιρετικοί δεν πρέπει να τιμωρούνται είναι τόσο τερατώδης όσο και η άποψη ότι οι πατροκτόνοι και οι μητροκτόνοι δεν πρέπει να θανατώνονται καθώς οι αιρετικοί είναι χίλιες φορές πιό πολύ εγκληματίες» (5) Κάποιος συνεργάτης του Λούθηρου με το όνομα Urbanus Rhegius είπε τα ακόλουθα χαριτωμένα λόγια: «Όταν ξεσπάει αίρεση...πρέπει οι αρχές να τιμωρούν όχι με λιγότερη αλλά με μεγαλύτερη αυστηρότητα από ότι τιμωρούν άλλα κοινά εγκλήματα όπως ληστείες και φόνους...καθώς ( οι αιρετικοί ) δολοφονούν τις ψυχές των ανθρώπων, και τους θανατώνουν για πάντα στην κόλαση... και μετά έχουν το θράσος να διαμαρτύρονται όταν καταδικάζονται σε θάνατο. Όσοι γνωρίζουν ιστορία θα γνωρίζουν ότι οι αιρέσεις τιμωρήθηκαν με τον ίδιο τρόπο από επιφανείς άνδρες όπως ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο Θεοδόσιος, ο Καρλομάγνος κλπ» (6)

Μέγας Κωνσταντίνος, Θεοδόσιος, Καρλομάγνος κλπ. Όταν άνθρωποι σαν και αυτούς προβάλλονται ως Χριστιανικά υποδείγματα «επιφανείς άνδρες», τότε καταλαβαίνουμε ότι ο Χριστιανισμός έχει πάψει να είναι βασισμένος στη διδασκαλία του πράου Ιησού και ότι έχει μεταβληθεί σε ένα καταπιεστικό θρησκευτικό σύστημα. 

Τα αποτελέσματα των αντιλήψεων αυτών ήταν αναμενόμενα. Περισσότεροι διωγμοί, αποτρόπαια εγκλήματα και σφαγές Χριστιανών από Χριστιανούς. Αξίζει να παραθέσω για άλλη μία φορά τα σχόλια του Talbott ο οποίος τεκμηριώνει με άφθονα στοιχεία την άποψη ότι θρησκευτικοί διωγμοί Χριστιανών από Χριστιανούς έχουν τη ρίζα τους στον νευρωτικό φόβο της κόλασης: «Είναι βέβαια πιθανό να πιστεύει κανείς στο δόγμα της παντοτινής κόλασης χωρίς να πιστεύει ότι καταλήγουν εκεί όσοι πράττουν αθελά τους θεολογικά σφάλματα. Ο φόβος όμως είναι συχνά παράλογος και για να λέμε την ιστορική αλήθεια η Χριστιανική εκκλησία έχει επανειλημένα χρησιμοποιήσει το φόβο της παντοτινής κόλασης ως όπλο εναντίον ‘θεολογικών σφαλμάτων’. Έχει συστηματικά καλλιεργήσει τον φόβο ότι όσοι πεθαίνουν χωρίς να έχουν πιστέψει ή με εσφαλμένα πιστεύω, είναι ακριβώς εκείνοι που ο Θεός θα βασανίζει για πάντα στην κόλαση. Αυτός ο φόβος, ο οποίος βασικά πηγάζει από έλλειψη εμπιστοσύνης στον χαρακτήρα του Θεού, έχει προκαλέσει καταστροφικά αποτελέσματα στην εκκλησία. Μην έχοντας καμμία εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού, πολλοί που ήταν αιχμάλωτοι ενός τέτοιου φόβου δε δίστασαν να σηκώσουν το σπαθί σε μία ειλικρινή τους προσπάθεια να προστατεύσουν τους αγαπημένους τους από τις τραγικές συνέπειες που φέρνουν τα σφάλματα επάνω σε θεολογικά ζητήματα» (7)

Ο ίδιος συγγραφέας προσθέτει ότι οι πραγματικοί ένοχοι των αποτρόπαιων εγκλημάτων που μαύρισαν την ιστορία του Χριστιανισμού δεν ήταν άλλοι από τις διάφορες διδασκαλίες ο καρπός των οποίων έγινε φανερός: «δεν ευθύνονταν τόσο οι άνθρωποι που ενήργησαν σύμφωνα με το πνεύμα της εποχής τους αλλά ο φόβος που ενέπνευσε τέτοιες αποτρόπαιες πράξεις και οι θρησκευτικές ιδέες όπως η παντοτινή κόλαση που φούντωσαν αυτόν τον φόβο. Όταν η Δυτική Εκκλησία όχι μόνο απομακρύνθηκε αλλά και καταδίκασε την ιδέα της παγκόσμιας αποκατάστασης απομακρύνθηκε επίσης και από την μοναδική θεολογία αγάπης και από τότε πελαγοδρομεί με την μόνη εναλλακτική θεολογία, δηλαδή τη θεολογία του φόβου» (8)

Ο ιστορικός Walker συμφωνεί με τον Talbott: «Είναι αυτονόητο ότι όποιος πιστεύει ότι όσοι δεν ανήκουν στην εκκλησία του θα καταλήξουν στην κόλαση αποκτάει ισχυρό κίνητρο για να εξαπολύσει θρησκευτικούς διωγμούς εναντίον των αλλόδοξων και αλλόθρησκων. Η διαφαινόμενη βαναυσότητα δικαιολογείται απόλυτα καθώς δεν είναι τίποτα μπροστά στα παντοτινά βασανιστήρια από τα οποία ίσως γλυτώσει τα θύματα των διωγμών. Οι διωγμοί είναι δικαιολογημένοι ακόμα και αν αμφισβητιθεί η εγκυρότητα των εξαναγκαστικών προσυλητισμών, καθώς η αποτελεσματική πάταξη της αίρεσης θα σταματήσει την μόλυνση των ορθοδόξων Χριστιανών και την επακόλουθη καταδίκη τους στην κόλαση. Απο πρακτικής πλευράς θα ήταν δύσκολο σε έναν Καθολικό να δικαιολογήσει τα βασανιστήρια εναντίον των Προτεσταντών εάν πίστευε ότι μερικοί Προτεστάντες ίσως να μην πάνε στην κόλαση» (9)

Βλέποντας την επίδραση που είχε το δόγμα της κόλασης στους ανελέητους και απάνθρωπους διωγμούς Χριστιανών από Χριστιανούς, ο Γάλλος πολέμιος του Χριστιανισμού Bayle ( 17ος αιώνας ), έγραψε τα εξής σαρκαστικά λόγια για την νοοτροπία των Χριστιανών της εποχής του: «εάν ο Θεός καταδικάζει τους αιρετικούς στην αιώνια τιμωρία, θα πρέπει να είναι εχθροί Του. Προωθούμε λοιπόν το συμφέρον Του, με τον δικό μας μικρό τρόπο, ξεκινώντας την τιμωρία τους εδώ και τώρα, και καταστρέφοντάς τους θα γλυτώσουμε τη χώρα μας από το ξέσπασμα της θείκής οργής... όταν σε ένα κράτος υπάρχουν δύο θρησκείες και η καθε μία από αυτές πιστεύει ότι η άλλη είναι εχθρός του Θεού και η πλατειά οδός που οδηγεί στην παντοτινή απώλεια, η εχθρικότητα μεταξύ τους γίνεται τόσο μεγάλη που η κάθε σέκτα κατηγορεί την άλλη ότι επιφέρει την οργή του Θεού – επιδημίες, πείνα, πλημμύρες, κλπ., σε ολόκληρη τη χώρα... Η λογική και η αίσθηση ης τιμής συχνά αποτρέπει έναν αθεϊστή από το να κάνει κακό στο γειτονά του, αλλά ένας άνθρωπος που είναι πεπεισμένος ότι με την εξολόθρευση των αιρέσεων προωθεί τη βασιλεία του Θεού, και ότι θα τιμηθεί στον ουρανό ως προστάτης της αλήθειας, ένας τέτοιος άνθρωπος λέω δε θα διστάσει να καταπατήσει κάθε έννοια ηθικής»(10)

Σήμερα βέβαια οι διωγμοί έχουν άλλο χαρακτήρα, καθώς οι νόμοι των περισσότερων κρατών προστατεύουν (έστω και τυπικά) την ανεξιθρησκεία. Βλέπουμε όμως στην Ελλάδα η κρατική Εκκλησία να δαιμονοποιεί τους αλλόδοξους Χριστιανούς (Προτεστάντες και Καθολικού ) αποκαλώντας τους «αιρετικούς», μία λέξη που κατα τη διάρκεια των αιώνων είναι φορτισμένη με τους αρνητικότερους συνειρμούς, παρουσιάζοντας τους αλλόδοξους Χριστιανούς ως υπ-ανθρώπους. Φυσικά εάν απορριφθεί το δόγμα της κόλασης, οι «αιρετικοί» παύουν πλέον να θεωρούνται τόσο σιχαμεροί, καθώς αναγνωρίζονται και αυτοί ως ισότιμοι συνάνθρωποι. 

Η αντιμετώπιση των αλλόδοξων Χριστιανών στη χώρα μας και η διαιώνιση της απάνθρωπα φορτισμένης ταμπέλας του «αιρετικού» αποτελεί τεράστεια ντροπή για την Ορθόδοξη Εκκλησία η οποία θα έπρεπε να έχει πια ξεπεράσει τον Μεσαιωνικό τρόπο αντίληψης. Είναι τραγικό το γεγονός ότι οι Έλληνες τον 21ο αιώνα φοβούνται να «αλλαξοπιστήσουν», ή να αλλάξουν Χριστιανικό δόγμα από φόβο μην χαρακτηριστούν αποστάτες και αιρετικοί.

Δεν μπορούμε να μιλάμε για θρησκευτική ελευθερία όταν οι παπάδες συνεχίζουν να φορτώνουν με ενοχές όποιους πιστούς τολμήσουν να εξερευνήσουν την πνευματικοτητά τους σε άλλα δόγματα ή θρησκείες.

Μετά από το πάντρεμα της Εκκλησίας με την εξουσία στις αρχές του 4ου αιώνα, το μεγάλο ευαγγελικό όραμα της τελικής σωτηρίας και συμφιλίωσης των πάντων σταδιακά έφυγε από τις καρδιές των αγνώριστων πια Χριστιανών μέχρι που τον 6ο αιώνα απορρίφθηκε και επίσημα «κατόπιν αυτοκρατορικής διαταγής»

Ο απερίγραπτος αυτοκράτορας Ιουστινιανός ο οποίος ανέλαβε