«Πρέπει να
σωθούν όλοι οι
άνθρωποι ή
αλλιώς
κανένας» Αβραάμ
Λίνκολιν
Ο
Θεός δεν είναι
μονοπώλιο
κανενός
Απο
μόνη της, η
ιδέα περί
ύπαρξης Θεού ή
κάποιας
ανωτέρας/υπέρτατης
ύπαρξης είναι
πολύ όμορφη
καθώς ανάλογα
με το
πνευματικό
επίπεδο του
καθενός,
συγκεντρώνει
οτιδήποτε
αληθινό, ωραίο
και όμορφο
πάνω σε ένα
πρόσωπο, το
υπέρτατο
Πρόσωπο, ή
έστω και σε
μία δια-προσωπική
ή υπερ-προσωπική
πραγματικότητα.
Δυστυχώς όμως
όταν η ιδέα
του Θεού
δηλητηριασθεί
με την ιδέα
της
αποκλειστικής
ιδιοκτησίας
Του το
αποτέλεσμα
είναι
καταστροφικό
για την
ανθρωπότητα
όπως φαίνεται
με τα διάφορα
προβλήματα
που
διαιωνίζονται
στον πλανήτη
μας. Κάθε
λογικός
άνθρωπος,
ιδιαίτερα
στην σημερινή
εποχή, θα
συμφωνεί ότι
εάν πράγματι
υπάρχει αυτό
που
ονομάζουμε
Θεός, τότε
σίγουρα θα
αγαπάει όλους
τους
ανθρώπους,
χωρίς
εξαίρεση, το
ίδιο. Η αγάπη
του Θεού πάντα
επιζητεί να
κατοικήσει
μέσα στις
καρδιές των
ανθρώπων, τις
οποίες
καρδιές
άλλωστε
δημιούργησε
ως δέκτες της
αγάπης Του.
Στην αγνή της
μορφή η
θρησκεία δεν
είναι παρά η
εξωτερίκευση
της αγάπης του
Θεού. Όπως
αναφώνησε και
ο μεγάλος
φιλόσοφος Ernest
Renan
«religion
est
1’amour!»
(1).
Ο Renan
το είπε αυτό ( η
θρησκεία
είναι αγάπη )
αν και
διώχθηκε και
καταδικάστηκε
από την
οργανωμένη
θρησκεία ως
επικίνδυνος «αιρετικός».
Η θρησκεία
όμως για την
οποία
ονειρευόταν ο Renan
δεν είχε
καμμία σχέση
με τα διάφορα
καταπιεστικά
συστήματα που
καπηλεύονται
το όνομα του
Θεού. Παρ’ όλα
αυτά
παρατηρείται
μία λυσσαλέα
έχθρα μεταξύ
των ανθρώπων
ακριβώς
επειδή η
ανθρωπότητα
είναι
χωρισμένη σε
διαφορετικές
θρησκείες οι
οποίες
διεκδικούν τα
αποκλεστικά
δικαιώματα
ιδιοκτησίας
της αγάπης του
Θεού. Αυτή η
τάση για
αποκλειστικότητα
είναι
χαρακτηριστικό
γνώρισμα κάθε
θρησκευτικής
αίρεσης.
Υπάρχουν
βέβαια πολλές
αιρετικές
διδασκαλίες
και
αντιλήψεις,
αλλά «η μητέρα
των αιρέσεων»
είναι η
αποκλειστικότητα
που διεκδικεί
η κάθε
θρησκευτική
ομάδα. Τα
υπόλοιπα
είναι
λεπτομέρειες.
Η
λεγόμενη
Χριστιανοσύνη
είναι
χωρισμένη
σήμερα σε
χιλιάδες
αντιμαχόμενες
ομάδες οι
περισσότερες
από τις οποίες
διεκδικούν τα
αποκλειστικά
δικαιώματα
της αγάπης του
Θεού. Για να
μην
πηγαίνουμε
μακριά, η δική
μας εκκλησία,
δηλαδή η
κρατική/επίσημη
Εκκλησία της
Ελλάδας, όπως
τονίζουν
επανειλημένα
ορισμένοι
παπάδες και
θεολόγοι της,
δεν επιτρέπει
σε καμμία άλλη
θρησκευτική
ομάδα της
χώρας μας, ή
και του
υπόλοιπου
κόσμου να έχει
μερίδιο στην
αγάπη και στη
σωτηρία του
Θεού: «Έξω από
την ( Ορθόδοξη )
εκκλησία,
ακόμα και στις
λεγόμενες ‘Χριστιανικές’
αιρέσεις, η
αδυναμία
εύρεσης
ολόκληρου του
Χριστού αποκλείει
κάθε
πιθανότητα
σωτηρίας...έξω
από την
εκκλησία δεν
μπορούμε να
γνωρίσουμε το
Χριστό...δεν
μπορούμε να
καταλάβουμε
την Αγία Γραφή...μονάχα
μέσα στην
εκκλησία, στην
Ορθοδοξία
μπορεί ο
άνθρωπος να
βρεί
πραγματικά το
Χριστό και να
σωθεί» (2).
Κατά τα άλλα
η Ορθοδοξία
έχει «οικουμενικό
χαρακτήρα»...
Μονάχα
το χαρμόσυνο
μήνυμα της
Παγκόσμιας
Συμφιλίωσης
έχει «οικουμενικό
χαρακτήρα».
Εάν η Εκκλησία
μας θέλει να
κάνει τη
διαφορά στον
πονεμένο αυτό
πλανήτη θα
πρέπει να
επιστρέψει
στις ρίζες της
και να
οπλιστεί ξανά
με την ελπίδα
της
Αποκατάστασης.
Ούτε
χρειάζεται οι
Ορθόδοξοι
θεολόγοι να
θυσιάσουν στο
βωμό της
ελπίδας το
αγαπημένο
τους δόγμα
περί «ελεύθερης
βούλησης».
Αρκεί να
δεχθούν ότι ο
Παντοδύναμος
Θεός -και όχι
θεούλης - έχει
και την σοφία
και την δύναμη
να οδηγήσει
τελικά όλες
τις ψυχές σε
επίγνωση της
αλήθειας, όσο
και αν αυτή
πονάει,
προκειμένου
να εκπληρώσει
το θελημά Του
να σώσει τους
πάντες. Δε
χρειάζεται
και πολύ
φαντασία για
να δούμε ότι ο
Μεγαλοδύναμος
«κρύβει
άπειρους
άσσους στο
μανίκι Του»!
Το
απίθανο της
υπόθεσης
είναι ότι ενώ
σε δογματικό
επίπεδο
απορρίπτει
τους πάντες,
σε
διπλωματικό
επίπεδο η
επίσημη
Ορθόδοξη
Εκκλησία (
όπως και η
Καθολική )
αποδέχεται
όχι μονάχα τις
άλλες
Χριστιανικές
αιρέσεις αλλά
ακόμα και τις
άλλες
θρησκείες. Για
παράδειγμα
όταν πρόσφατα
ο Πάπας της
Ρώμης
επισκέφθηκε
την Ελλάδα οι
ηγέτες της
Ελλαδικής
Εκκλησίας δεν
του θέσανε
θέμα σωτηρίας
ούτε τον
προέτρεψαν να
γίνει μέλος
της Μίας Αγίας
κλπ, Εκκλησίας,
δηλαδή της
Ορθοδοξίας «έξω
από την οποία
δεν υπάρχει
σωτηρία» προκειμένου
να γλυτώσει
από την κόλαση,
ούτε του
έκαναν
έκκληση για να
λυπηθεί τους
περίπου 800
εκατομμύρια
Καθολικούς
που παίρνει
στο λαιμό του.
Πάντως
η επίσκεψη του
Πάπα φανέρωσε
την τεράστεια
διάσταση
απόψεων που
επικρατεί
στον χώρο της
Ορθοδοξίας
σχετικά με το
θέμα της
αποκλειστικότητας,
την οποία
ορισμένοι
κληρικοί της
προσπαθούν
μεν να
διατυμπανίζουν
εν οίκω αλλά
που
ντρέπονται να
παραδεχτούν εν
δήμω.
Υπάρχουν
βέβαια και οι
εξαιρέσεις με
τους ( ευτυχώς )
λιγοστούς
κληρικούς που
δεν διστάζουν
να βγαίνουν
και στους
δρόμους για να
διατυμπανίσουν
τις
αναχρονιστικές
τους
αντιλήψεις,
όπως όταν
γίναμε
διεθνώς
ρεζίλι κατα τη
διάρκεια της
επίσκεψης του
Ποντίφηκα
στην Ελλάδα το
2001. Αξίζει να
δούμε μερικά
από τα σχόλια
ενός από
αυτούς, του Πρωτοπρεσβυτέρου
Θεοδώρου Ζήση,
ο οποίος,
προφανώς
κινούμενος
απο το
ένστικτο της
υπεράσπισης
εδάφους,
περιέγραψε
την στάση του
Αρχιεπισκόπου
Αθηνών και των
άλλων «προοδευτικών»
αρχιερέων και
θεολόγων της
Ελλαδικής
Εκκλησίας ως
διπλοπροσωπία,
κατηγορώντας
τους ότι
έπεσαν θύματα
της
προσπαθειάς
τους να
παρουσιασθούν
ως «καλοί» στα
μάτια των
ξένων: «οι
έμπειροι
διπλωμάτες
του Βατικανού
επέτυχαν... να
μας
δυσφημήσουν
στα μάτια της
διεθνούς
κοινής γνώμης:
Μέ τις
προβλεπόμενες
αντιδράσεις
των πιστών
Ορθοδόξων, του
συνόλου
σχεδόν των
μοναχών, των
κληρικών και
του λαού, να
μας
εμφανίσουν ως
επαρχιώτες
και γραφικούς,
όπως έσπευσε
να τους
προσφέρει
επιχειρήματα
η Μήτηρ
Εκκλησία της
Κωνσταντινουπόλεως,
που ξέκοψε
και
ξεστράτισε
από τον
Ορθόδοξο
δρόμο τον 20ο αι.,
και
ενοχλείται,
γιατί εμείς
ακολουθούμε
το
Οικουμενικό
Πατριαρχείο, την
Εκκλησία
Κωνσταντινουπόλεως
των
προηγουμένων
αιώνων, την
Κωνσταντινούπολη
που εγέννησε
και ανέθρεψε
τον Μέγα Φώτιο,
τον Γρηγόριο
Παλαμά, τον
Ιωσήφ
Βρυέννιο, τον
Μάρκο
Ευγενικό, τον
Κοσμά Αιτωλό,
τον Νεκτάριο
Κεφαλά και
όλους τους
άλλους αγίους»
Σε
άλλα σημεία
της ομιλίας
του, ο
Πρωτοπρεσβύτερος
( και
Καθηγητής της
Θεολογικής
Σχολής του
Αριστοτελείου
Πανεπιστημίου
Θεσσαλονίκης )
Θεοδώρος
Ζήσης, έδειξε
ότι η μεγάλη
μερίδα του
κλήρου που
αντιπροσωπεύει
κρατάει «γερά
και με
τσαμπουκά»
την ιδέα της
αποκλειστικότητας,
σε αντίθεση με
τον
Αρχιεπίσκοπο
Αθηνών και
Πάσης Ελλάδος
και τους
υπόλοιπους «προοδευτικούς»
ιεράρχες που,
τουλάχιστον
σε
διπλωματικό
επίπεδο,
απαρνούνται
την ιδέα της
αποκλειστικότητας
και δέχονται
ως «αδελφές
εκκλησίες»
και «αδελφούς
εν Κυρίω» τους
αλλόδοξους
Χριστιανούς,
τόσο τους
Καθολικούς
όσο και τους
Διαμαρτυρόμενους.
Βροντοφώναξε
λοιπόν ο Θεοδώρος
Ζήσης: «Η
οικουμενιστική
διάβρωση και
εκκοσμίκευση,
που
σχεδιάστηκε
και
οργανώθηκε
συστηματικά
ενέπλεξε
πολλούς σε
αμοιβαίες με
τους
ετεροδόξους
φιλοξενίες
και φιλίες, ακόμη
και σε
συμπροσευχές
και
ευχαριστηριακές
συνάξεις, στή
διάμορφωση
του
εκκλησιολογικού
μοντέλου «τών
αδελφών
εκκλησιών».
Εκπλήσσονται
πολλοί, ακόμη
και Αρχιερείς,
όταν ακούν ότι
ο πάπας δεν
έχει Ιερωσύνη,
δεν έχει
μυστήρια, δεν
έχει χάρη. Μά
πώς είναι
δυνατόν να
έχει κανείς
κανονική
ιερωσύνη και
έγκυρα
μυστήρια, όταν
ευρίσκεται
εκτός της
Εκκλησίας; Με
ποιόν λοιπόν «προκαθήμενο»,
ποιάς «εκκλησίας»
θα συναντηθεί
ο
Αρχιεπίσκοπος;
Είναι
εκκλησία το
Βατικανό, όπως
θα ερωτούσε ο
μακαριστός
Αρχιεπίσκοπος
Σεραφείμ;... Ο
πάπας και οι
διπλωμάτες
του Βατικανού
θέλουν να μας
αναγκάσουν να
τους
αναγνωρίσουμε,
οι Ορθόδοξοι,
ως εκκλησία,
να τους
νομιμοποιήσουμε
εκκλησιαστικά,
να τους
δώσουμε
εκκλησιαστική
κάλυψη. Θα
μπορούσε
κανείς να
διανοηθεί
ποτέ ότι θα
τολμούσε ο
πάπας να κάνει
επίσκεψη στο
Άγιον Όρος, με
την Ορθόδοξη
ευαισθησία
και την
παραδειγματική
αφοσίωση των
μοναχών στην
παράδοση των
Αγίων Πατέρων;
Όλη η Ελλάδα
πρέπει να
αποτελέσει
πνευματική
προέκταση του
Αγίου Όρους,
γιατί είναι
χώρα Αγίων,
τόπος άγιος
και ιερός, που
δεν πρέπει να
τον
παραδώσουμε σε
ανίερους και
εχθρούς της
πίστεως». Πώ
πώ υπεράσπιση
εδάφους!
Παρατηρούμε
πόσο «ερπετώδης»
είναι η
νοοτροπία των
συντηριτικών
στοιχείων της
Εκκλησίας.
Επίτηδες
παραθέτω
μεγάλα
αποσπάσματα
της εν λόγω
ομιλίας του
Πρωτοπρεσβύτερου,
η οποία είναι,
πιστεύω,
αντιπροσωπευτική
της κάθετης
ζωόδους
πραγματικότητας
που, όπως
φαίνεται,
συνεχίζει να
ταλαιπωρεί
την
Χριστιανική
θρησκεία. Η
νοοτροπία της
αποκλειστικότητας
πάντως
αργοπεθαίνει,
και είναι θέμα
χρόνου μέχρι
να ξεθυμάνει η
υστερία του
φονταμενταλισμού.
Οι φωνές
διαμαρτυρίας
της
συντηριτικής
παράταξης θα
πάψουν απο
μόνες τους
όταν γίνει
πλέον
αντιληπτή η
πραγματικότητα
της
οριζόντιας
βασιλείας του
Θεού.
Επιστρέφοντας
στην
αποκαλυπτική
ομιλία του
Πρωτοπρεσβυτέρου,
προσέξτε τον
τρόπο με τον
οποίον ο
ερπετώδης
εγκέφαλος
στρατολογεί
την λογική και
τους
συναισθηματισμούς
για να
δικαιολογήσει
τα ζωόδη
ενστικτά του
όπως η
υπεράσπιση
εδάφους, η βία,
η
επιθετικότητα
και το μίσος: «Το
κείμενο της
κοινής
δήλωσης
Αρχιεπισκόπου
και πάπα ... θα
καταγραφεί
στην ιστορία
της Εκκλησίας
ως συμφυρμός
και σύγχυση
της Εκκλησίας
με την πλάνη,
ως ταύτιση της
Ορθοδοξίας
και της
αιρέσεως, ως
αναγνώριση
του πάπα υπό
πλήρη
εκκλησιολογική
γνησιότητα
και αυθεντία.
Σάν να μήν
έχει
αποσχισθεί ο
πάπας από την
Μία, Αγία,
Καθολική και
Αποστολική
Εκκλησία, σάν
να μήν υπάρχει
επί χίλια τώρα
χρόνια το
τραύμα του
χωρισμού και
της
διαιρέσεως,
σάν να είναι
ενωμένος με
την Ορθόδοξη
Εκκλησία, σάν
να έχει
συντελεσθεί
ήδη η ένωση
και να είναι ο
πάπας ένας
αρχηγός
αυτοκεφάλου
ορθοδόξου
Εκκλησίας,
νομιμοποιείται
εκκλησιολογικά
και
συμπαρατάσσεται
με τον
Αρχιεπίσκοπο
Αθηνών και
πάσης Ελλάδος,
με επίκληση
μάλιστα της
Αγίας Τριάδος,
το δόγμα της
οποίας έχουν
καταστρέψει
οι Παπικοί με
την αίρεση του
Filioque...
Έπειτα πώς
ισχυριζόμαστε
ότι
αποφεύγουμε
τις
συμπροσευχές,
όταν ενώπιον
όλου του
κόσμου,
συνεστώτες
και
συμπάρεδροι, ο
πάπας και ο
Αρχιεπίσκοπος
ευχαριστούν
το Θεό «γιά το
γεγονός της
συνάντησής
τους στο
κλεινόν Άστυ
των Αθηνών»
και στο τέλος
από κοινού
εύχονται «ο
Θεός και Πατήρ
ημών και ο
Κύριος ημών
Ιησούς
Χριστός να
κατευθύνει το
δρόμο και να
στηρίζει τις
καρδιές του
πληρώματος
της Εκκλησίας
του»... μας
εντάσσουν
όλους
αδιακρίτως
στο «πλήρωμα
της Εκκλησίας
του Χριστού».
Είμαστε
λοιπόν όμοια,
εμείς και οι
Παπικοί,
πλήρωμα της
Μίας, Αγίας,
Καθολικής και
Αποστολικής
Εκκλησίας;
Είναι και οι
αιρέσεις
Εκκλησία; Δεν
πιστεύουμε
πλέον ότι
μόνον η
Ορθόδοξη
Εκκλησία
είναι η Μία,
Αγία, Καθολική
και
Αποστολική
Εκκλησία;...Υπάρχουν
ακολουθίες
και ύμνοι της
Εκκλησίας που
αναθεματίζουν
και
καταρώνται
τους Λατίνους
μαζύ με τους
αλλους
αιρετικούς.
Άλλα θα
ομολογούμε
στή λατρεία
και άλλα θα
πιστεύουμε;»
Η
αντιπάθεια
που νοιώθει η
ολοένα και
περισσότερο
συρρικνώμενη
συντηρητική
παράταξη προς
την «προοδευτική»
Ιερά Σύνοδο
φαίνεται και
στα παρακάτω
λόγια του
Πρωτοπρεσβύτερου:
«Σε
θέματα
πίστεως και
Ορθοδόξων
παραδόσεων
δεν
υπακούουμε
ούτε στους
Επισκόπους,
ούτε στις
Συνόδους, ούτε
ακόμη και αν
κατεβεί
κανένας
άγγελος από
τον ουρανό και
μας διδάξει
διαφορετικά
από ό,τι
παραλάβαμε
από τους
Αποστόλους
και τους
Αγίους
Πατέρες,... Διαφορετικά
θα είχε
επικρατήσει η
αίρεση και η
πλάνη, γιατί
υπάρχουν και
σύνοδοι και
πατριάρχες
και άλλοι
επίσκοποι που
έπεσαν σε
αίρεση και
πλάνη. Τί θα
γινόταν, αν
τους
ακολουθούσαν
και τους
υπάκουαν όλοι;
Θα υπήρχε
Ορθοδοξία και
Αλήθεια;»
Η
κατάληξη του
συντηρητικού
αυτού
θεολόγου
φανερώνει την
έκταση του
προβλήματος
της
αποκλειστικότητας
και της
μισαλλοδοξίας
μέσα στους
κόλπους της
Ορθοδοξίας: «Εμείς
πάντως ούτως ή
άλλως δεν θα
προσκυνήσουμε
τον πάπα, το
θηρίο της
Αποκαλύψεως.
Και αν
στερηθούμε
αυτής της
χαράς, να
αποφύγουν οι
ποιμένες μας
να
προσκυνήσουν
τον νέο Βάαλ,
το νέο είδωλο
του
θρησκευτικού
συγκρητισμού,
θα ζούμε με
την χαρά της
νίκης του
Αρνίου επί του
Θηρίου, με τα
μάτια μας στο
γλυκοχάραγμα
του ανεσπέρου
Πάσχα, της
Βασιλείας των
Ουρανών και
της κοινωνίας
μετά πάντων
των Αγίων. Καλύτερα
με τους Αγίους
σε μιά μικρή
απόμερη γωνιά,
για να
απολαμβάνουμε
κάποιες
ανταύγειες
της δόξας του
Θεού, παρά με
τον πάπα, που
τον στέλνει ο
Άγιος
Νεκτάριος να
τιμωρείται
στην κόλαση
αιωνίως, για
το μίσος που
τρέφει
εναντίον του
Ελληνισμού
και της
Ορθοδοξίας» (3).
Άμα δεν
πέταξε την
λέξη «κόλαση»
θα έσκαγε ο
ζηλωτής αυτός
υπερασπιστής
της Ορθοξίας...
Αποκλειστικότητα:
εμπόριο ψυχών
Πρέπει
όμως να
αναφερθούμε
και στις
διαμαρτυρίες
των δικών μας (
συντηριτικών
και
προοδευτικών )
σχετικά με τα
προγράμματα
του Βατικανού
για
συστηματικό «αθέμιτο»
προσηλυτισμό
σε Ορθοδόξες
χώρες, κυρίως
στην Πρώην
Σοβιετική
Ένωση. Οι
διαμαρτυρίες
αυτές είναι
υποκριτικές
καθώς στην
πραγματικότητα
έχουν να
κάνουν με «αθέμιτο
κλέψιμο
πελατών». Όπως
και οι ίδιοι
οριοθετούν το
θέμα δεν
φαίνεται
νοιάζονται
και τόσο για
τις ψυχές των
πιστών τους.
Για
παράδειγμα, η
Ορθόδοξη
Εκκλησία της
Ρωσίας περιέγραψε
πρόσφατα την
απόφαση του
Πάπα Ιωάννη B’
να
δημιουργήσει
τέσσερες
μόνιμες
επισκοπές στη
Ρωσία ως «επεκτατισμό»
και ως «εχθρική
πράξη» η οποία
«είναι
ενάντια στα
συμφέροντα
της Ορθόδοξης
Εκκλησίας της
Ρωσίας» (4).
Συμφέροντα;
( !!! ) Μα
υποτίθεται
ότι ο
προσυλητισμός
έχει να κάνει
με τις
σωτηρίες των
ψυχών. H
αλήθεια είναι
ότι όλη αυτή η
φασαρία με
τους
προσυλητισμούς
έχει απλά να
κάνει με συμφέροντα,
κυρίως
οικονομικά
και πολιτικά,
και δεν έχει
καμμία σχέση
με δήθεν
ενδιαφέρον
των Ορθόδοξων
ποιμένων για
τις ψυχές των
πιστών. Με
άλλα λόγια
όταν οι ηγέτες
της
Ορθοδοξίας
συζητάνε με
τους ηγέτες
του Βατικανού
για το «πρόβλημα»
του
προσυλητισμού,
δεν
αναφέρονται
καν στο ζήτημα
«της σωτηρίας»
των ανθρώπων,
την οποία
σωτηρία
υποτίθεται
διεκδικούν
αποκλειστικά
και οι δύο
πλευρές, αλλά
απλά οι μεν
παραπονούνται
στους δε για «αθέμιτο
ανταγωνισμό»
λες και
πρόκειται για
εμπόριο, που
στην
πραγματικότητα
το έχουν
καταντήσει «εμπόριο
ψυχών».
Οι
ψυχές των
ανθρώπων
θεωρούνται ως
εμπορεύσιμο
υλικό και ως «συμφέροντα».
Ο άγραφος
νόμος των δύο
μεγάλων
εκκλησιών της
Χριστιανοσύνης
υποτίθεται
ότι είναι «ο
καθένας ας
κάνει
κουμάντο στο
κοπάδι του»
χωρίς να
ανακατεύεται
στις
υποθέσεις του
άλλου, κάτι
δηλαδή σαν τις
συμφωνίες που
κάνουν οι
νταβαντζήδες (5)
μεταξύ τους
για το ποιά
πεζοδρόμια θα
ελέγχει ο
καθένας. Το
πρόβλημα
είναι για άλλη
μία φορά οι «νταβαντζήδες»
της Ρώμης, οι
οποίοι
σηκώνουν
κεφάλι και
θέλουν ένα
κομμάτι και
από την πίττα
των «νταβαντζήδων»
της
Ορθοδοξίας.
Αυτό στην
πιάτσα
θεωρείται
αθέμιτος
ανταγωνισμός.
Διαμαρτύρονται
λοιπόν οι
Ορθόδοξοι
νταβαντζήδες
«θα σας άρεσε
ρε μάγκες να
ερχόμασταν
και μεις στα
πεζοδρομιά
σας και να
κλέβαμε τους
πελάτες σας;» ή
όπως τα είπε ο
εκπρόσωπος
του
Πατριαρχείου
της Μόσχας Vsevolod
Chaplin:
«η απόφαση του
Πάπα αποτελεί
πρόκληση στην
Ορθόδοξη
Εκκλησία της
Ρωσίας και
είναι σα να
πήγαινε η
Ορθόδοξη
Εκκλησία και
να έστηνε το
δικό της Πάπα
στη Ρώμη» (6)
Δεν
μοιάζει αυτό
με εμπορική
γλώσσα; Όπως
οι έμποροι
υλικών αγαθών
τρώγονται και
ανταγωνίζονται
μεταξύ τους
για το ποιός
θα
επικρατήσει
στην αγορά
έτσι φαίνεται
και οι
Χριστέμποροι
του κόσμου
αυτού
ανταγωνίζονται
και τρώγονται
μεταξύ τους
για το
μονοπώλιο της
αγοράς ψυχών ή
όπως το
περιέγραψε ο
συγγραφέας
της
Αποκαλύψεως (
18: 13 ) για την «πραμάτεια»
με «τας
ψυχάς
ανθρώπων»!
Εάν δεν
ενδιαφέρονταν
για το «εμπόριο
ψυχών» οι
Ορθόδοξοι
ηγέτες δεν θα
έπρεπε να
διαμαρτύρονταν
καθόλου για
τις
δραστηριότητες
της Ρώμης και
θα έπρεπε οι
ίδιοι να
εστίαζαν την
προσοχή τους
στην σωτηρία
των ανθρώπων,
την οποία,
όπως
πιστεύουν,
προσφέρουν
αποκλειστικά
οι ίδιοι. Από
την άλλη
πλευρά, αφού
το Βατικανό
διδάσκει έστω
και έμμεσα ότι
οι άνθρωποι
σώζονται
μονάχα όταν
γίνουν
Καθολικοί
τότε γιατί
κατηγορείται
επειδή
προσπαθεί να
σώσει ψυχές;
Δεν είναι
φανερή η
υποκρισία;
Πιό
πρόσφατα
διάβασα τα
εξής στο
δελτίο τύπου
του
Οικουμενικού
Πατριαρχείου: «Σε
εγκάρδια
ατμόσφαιρα
πραγματοποιήθηκε
την Κυριακή (13
Ιανουαρίου 2002)
στην Τεχεράνη
, η συνάντηση
του Οικουμενικού
Πατριάρχη
Βαρθολομαίου
με τον Πρόεδρο
της Ισλαμικής
Δημοκρατίας
του Ιράν Μοχάμαντ
Χαταμί. Οι δύο
ηγέτες
συζήτησαν για
την ανάγκη
διαλόγου
ανάμεσα στις
θρησκείες
αλλά και
ανάμεσα στους
πολιτισμούς ...“
Η Ορθόδοξος
Εκκλησία
είναι θερμός
υποστηρικτής
αυτού του
διαθρησκειακού
και
διαπολιτισμικού
διαλόγου , την
ανάγκη του
οποίου και
εσείς
υποστηρίζετε”
είπε ο Οικουμενικός
Πατριάρχης
σε ομιλία του
προς τον
Πρόεδρο Χαταμί
, τονίζοντας
ότι “Το
ανώτερον
θέλημα Αυτού,
το οποίον
σαφώς
συνάγεται έξ
όλων των ιερών
γραφών είναι η μεταξύ
των ανθρώπων
ειρηνική
συνεργασία , η
αποτελούσα το
θεμέλιον της
ειρήνης
δικαιοσύνη
και η παροχή
εις όλους τους
ανθρώπους
ίσων
δυνατοτήτων
πολιτιστικής
και
πνευματικής
αναπτύξεως.” O
Πατριάρχης
Βαρθολομαίος
κατέληξε
λέγοντας ‘Σας
αγαπώμεν άνευ
υπεροψίας ως
αδελφούς...’
Μία
ημέρα
νωρίτερα
ο
Οικουμενικός
Πατριάρχης
είχε
επισημάνει σε
ομιλία του και
τα εξής «όλοι
οφείλωμεν να
ακροώμεθα
καλοπίστως
των
συνανθρώπων
μας μετά
προσοχής και
συμπαθείας
και μετά
διαθέσεως
κατανοήσεως
αυτών και να
λέγωμεν προς
αυτούς
ειλικρινώς
και
φιλανθρώπως
και χωρίς
υπεροψίαν ή
φανατισμόν
την καθ’ημάς
αλήθειαν,
ώστε δια
του διαλόγου
να
κρημνίζωμεν
τας
προκαταλήψεις
και όλα όσα
εμποδίζουν
την ειρηνικήν
συνεργασίαν
και
συνύπαρξιν
και οδηγούν
εις
πνευματικάς
και υλικάς
συγκρούσεις
και θλιβεράς
αιματοχυσίας
και
καταστροφάς»
Τα
λόγια αυτά του
Οικ. Πατριάρχη
είναι
σημαντικότατα.
Κατ’ αρχάς
αναγνωρίζει
και
αλλόθρησκες
γραπτές
παραδόσεις ως
«ιερές γραφές».
Έπειτα
αναγνωρίζει
τους
Μουσουλμάνους
ως αδελφούς με
όλη τη σημασία
της λέξεως,
και μάλιστα άνευ
υπεροψίας, δηλαδή
απορρίπτει
την ιδέα ότι
οι Ορθόδοξοι
κατέχουν
κάποια
ανώτερη θέση ή
κάποια
αποκλειστικότητα
ενώπιον του
Θεού. Επιπλέον
αναγνωρίζει
την
σχετικότητα
της κάθε
θρησκευτικής
αλήθειας «την
καθ’ημάς
αλήθειαν» και
καταδικάζει
την νοοτροπία
της
αποκλειστικότητας
ως νοοτροπία «προκατάληψης»
που οδηγεί σε
μίσος και «θλιβεράς
αιματοχυσίας»
την οποία
νοοτροπία
πρέπει όλοι
μαζί «δια
του διαλόγου
να
κρημνίζωμεν».
Ουσιαστικά
απορρίπτει, ή
αν θέλετε,
καταργεί
όλους αυτούς
τους
ιμπεριαλιστικούς
Ιερούς
Κανόνες και
επίσημα
δόγματα της
Ορθόδοξης
Εκκλησίας,
μεταξύ των
οποίων και το
ντροπιαστικό
«έξω απο την
Ορθοδοξία δεν
υπάρχει
σωτηρία». Ας
μην
ξεγελιόμαστε.
Για τους
συντηρητικούς
Ορθοδόξους
όπως ο
πρωτοπρεσβύτερος
Ζήσης,
προοδευτικοί
ηγέτες σαν τον
Βαρθολομαίο
είναι
προδότες,
αποστάτες και
αντίχριστοι.
Γιαυτό
βροντοφωνάζουν
«η
Μήτηρ
Εκκλησία της
Κωνσταντινουπόλεως,…
ξέκοψε και
ξεστράτισε
από τον
Ορθόδοξο
δρόμο τον 20ο αι.».
Το
πρόβλημα για
τον Οικ.
Πατριάρχη και
τους
ομοϊδεάτες
του
προοδευτικούς
Ορθοδόξους
είναι
τεράστειο. Απο
την μία μεριά,
όταν
απορρίπτουν
την ερπετώδη
νοοτροπία της υπεράσπισης
εδάφους (έξω
απο την
Ορθοδοξία δεν
υπάρχει
σωτηρία, κλπ),
ανοίγουν τον
ασκό του
Αιόλου, καθώς
βγάζουν ως
άχρηστους
τους Ιερούς
Κανόνες και
επίσημα
δόγματα της
Εκκλησίας,
εκθέτοντας
έτσι τους
εαυτούς τους
στην
κατηγορία της
αποστασίας.
Απο την άλλη
μεριά, δεν
μπορούν να
συνεχίσουν το
ιμπεριαλιστικό
παραμύθι της
Εκκλησίας σε
διπλωματικό
επίπεδο.
Φαντάζεστε τι
θα είχε γίνει
στην Τεχεράνη
εάν ο
Οικουμενικός
Πατριάρχης έλεγε
κάτι σαν «λυπάμαι
φίλοι μου
μουσουλμάνοι
αλλά εάν δεν
αλλαξοπιστήσετε
και να γίνετε
Χριστιανοί
Ορθόδοξοι,
σύμφωνα με την
καθ’ημάς
αλήθειαν,
δηλαδή την
επίσημη
διδασκαλία
μας, θα
καταλήξετε
όλοι στην
κόλαση όπου
δυστυχώς δεν
υπάρχει ούτε διαθρησκειακός
ούτε
διαπολιτισμικός
διάλογος, αλλά
μονάχα το
σκότος το
εξώτερον και
το πυρ το
αιώνιον». Στην
καλύτερη
περίπτωση, ο
μουσουλμάνος
συνομιλητής
του απλά θα
του απαντούσε
ευγενικά «όχι
φίλοι μου
Χριστιανοί,
κάνετε λάθος.
Εσείς
κινδυνεύετε
να πάτε στην
κόλαση εάν δε
μετανοήσετε
από την
ειδωλολατρεία
σας και εάν
δεν
αλλαξοπιστήσετε
και εάν δε
δεχθείτε ότι ο
Αλλάχ είναι
ένας και ότι ο
Μωάμεθ είναι ο
προφήτης του».
Έτσι,
η Ορθόδοξη
Εκκλησία, όπως
και όλες οι
άλλες μεγάλες
Εκκλησίες-θεσμοί
είναι
υποχρεωμένες
να
καταφεύγουν
στη διγλωσσία.
Εν οίκω
συνεχίζουν να
παραμυθιάζουν
τα κοπάδια
τους ότι «έξω
απο την
Εκκλησία δεν
υπάρχει
σωτηρία», και εν
δήμω
παραδέχονται
ότι υπάρχει
σωτηρία έξω
απο την
Εκκλησία.
Δεν
είχε καθόλου
άδικο ο
Μαχάτμα
Γκάντι, όταν
στην ερώτηση «Κύριε
Γκάντι ποιός
είναι σήμερα ο
μεγαλύτερος
εχθρός του
Χριστού;» απάντησε
με
αφοπλιστική
ευθύτητα «ο
Χριστιανισμός!»
(7)
Η
υποκρισία των
διαθρησκευτικών
διαλόγων
Τόσο
οι μεγάλες
Χριστιανικές
εκκλησίες (οι
οποίες θα
έπρεπε να
γνώριζαν
καλύτερα), όσο
και οι άλλες
μεγάλες
θρησκείες
συνεχίζουν να
δηλητηριάζουν
τα κοπάδια
τους με την
ιδέα της
αποκλειστικότητας,
διαιωνίζοντας
έτσι τον
λανθασμένο ερπετώδη
τρόπο σκέψης
του «εμείς και
οι άλλοι», ενώ
σε
διπλωματικό
επίπεδο οι
ηγέτες των
εκκλησιών
αυτών λένε
άλλα. Αντί να
διδάσκουν τις
ανώτερες
αλήθειες των
θρησκειών
τους βλέπουμε
τους
Ινδουϊστές,
τους
Ισλαμιστές
και τους
Εβραίους
ηγέτες να
προωθούν στα
κοπάδια τους
το μίσος και
την έχθρα.
Αντί να
ευδοκημεί
στους κόλπους
των
θρησκευτικών
τους
συστημάτων η
αγάπη,
ευδοκημεί ο
Φονταμενταλισμός.
Την
μεγαλύτερη
ευθύνη πάντως
την έχουν οι
Χριστιανοί
ηγέτες επειδή
υποτίθεται
ότι
αντιπροσωπεύουν
τον Σωτήρα
όλου του
κόσμου.
Σχολιάζοντας
την
διπλωματική
υποκρισί