Η
θεοποίηση του
δόγματος
Η
θεοποίηση του
δόγματος
ξεκίνησε από
τη στιγμή που
οι Χριστιανοί
άρχισαν να
έχουν ψύχωση
με την ιδέα
της oρθο-δοξίας,
δηλαδή τη
συστηματική
οριοθέτηση
της αλήθειας
λες και κάτι
τέτοιο μπορεί
να είναι ποτέ
δυνατό. Ο
ανόητος αυτός
φόβος του
θεολογικού
σφάλματος
φαίνεται
ακόμα και στα
γραπτά που
συμπεριλήφθηκαν
στον κανόνα
της Αγίας
Γραφής. Απο τα
λίγα που
γνωρίζουμε
σχετικά με τα
λόγια που
πραγματικά
ξεστόμισε ο
Χριστός, ο «υιός
ανθρώπου» δε
φάνηκε σε
κανένα σημείο
να
ενδιαφέρεται
για θεολογικά
ζητήματα. Ποτέ
δεν διατύπωσε
κάποιον
εκκλησιαστικό
κανόνα
σύμφωνα με τον
οποίον θα
πρέπει να
λειτουργεί η
κοινωνία των
πιστών. Δεν
εισηγήθηκε
καμμία
συγκεκριμένη
μορφή,
φόρμουλα ή
τρόπο
τελέσεως
θρησκευτικών
τελετών. Δεν
υπέβαλλε
καμμία
νηστεία,
εορτολόγιο ή
ημερολόγιο...
Ούτε έδειξε να
απασχολείται
με την
προσεκτική
διατύπωση
δογμάτων όπως
η Αγία Τριάδα,
ή κάποιου
άλλου
συμβόλου
πίστεως. Ούτε
απαίτησε να
ασπασθούν οι
μαθητές Του
κάποια
συγκεκριμένη
Χριστολογία. Ο
Χριστός δεν
δίδαξε κανένα
«Πιστεύω».
Αντίθετα,
δίδαξε την
ανθρωπιά.
Δίδαξε το πως
να ζούμε ως
αυθεντικοί
άνθρωποι κατ
εικόνα και
ομοίωση ενός
Θεού ο οποίος
αγαπάει ακόμα
και τους
εχθρούς Του.
Εάν πηγαίναμε
πίσω στο χρόνο
και Τον
ρωτούσαμε να
μας πει τη
γνώμη του
σχετικά με τις
διάφορες
θεολογικές
μας διαφωνίες
σίγουρα θα μας
απαντούσε «τί
σχέση έχω εγώ
με όλα αυτά;».
Είχε καμμία
σχέση ο
ιστορικός
Ιησούς με όλες
αυτές τις
Συνόδους
επισκόπων που
αιώνες
αργότερα
ανέλαβαν να
εξιχνιάσουν,
να
διευθετήσουν
και να
οριοθετήσουν
την
ανεξιχνίαστη
φύση του Θεού;
Φυσικά και όχι.
Παρόλα
αυτά, οι
μαθητές Του,
με πρώτους
τους
αποστόλους,
αναλώθηκαν σε
θρησκευτικές
συζητήσεις
και
δογματικές
τοποθετήσεις.
Αναπόφευκτα
προέκυψαν
αιρέσεις
καθώς είναι
αδύνατο να
συμφωνούν
όλοι επάνω σε
θεολογικές
ερμηνείες της εμπειρίας
Χριστού. Το
πρόβλημα της
αίρεσης
εξελίχθηκε σε
φόβο της
αίρεσης. Ο δε
φόβος της
αίρεσης
εξελίχθηκε σε
φόβο της
έρευνας και
της
πνευματικής
αναζήτησης. Η
κάθε
απομάκρυνση
από τα στενά
πλαίσια του
διαμορφώμενου
ορθόδοξου
δόγματος
θεωρήθηκε ως
έγκλημα που
οδηγούσε στην
απόρριψη από
τον ίδιο το
Θεό. Η
θεοποίηση
αυτή του
δόγματος έχει
προκαλέσει
και συνεχίζει
να προκαλεί
αμέτρητα
δεινά στον
κόσμο. Ενώ
αρχικά τα
δόγματα είχαν
πιθανότατα ως
σκοπό να
διατυπώσουν
και να
διαφυλλάξουν
κάποιες
αλήθειες ( π.χ η
θεϊκή
διάσταση του
Χριστού ) που
γνώρισαν και
έζησαν
εμπειρικά οι
πρώτοι
Χριστιανοί,
στη συνέχεια
εξελίχθηκαν
σε
μηχανισμούς
ελέγχου και
κατεξουσιασμού,
καθώς έπαψαν
να εκφράζουν
κάποια άμεση
εμπειρία μέσα
στις
κοινότητες
των πιστών,
και αντίθετα
άρχισαν να
ενεργούν ως
συνθήματα και
σλόγκαν με τα
οποία οι
πιστοί
διαχώριζονταν
μεταξύ τους σε
αυθεντικούς
και σε
κίβδηλους, σε
ορθόδοξους
και σε
αιρετικούς.
Απο ελεύθερες
κοινωνίες
αγάπης, οι
κοινότητες
των
Χριστιανών «οργανώθηκαν»
και
μετατράπηκαν
σε
ιδεολογικούς
θεσμούς.
Ο
James
A.
Fowler
έχει γράψει
πολλά για το
πρόβλημα του
θρησκευτικού
‘Φονταμενταλισμού’.
Σχετικά με την
Χριστιανική
πτυχή του
παγκόσμιου
αυτού
προβλήματος
θεωρεί ότι η
αποθέωση του
δόγματος
αποτελεί
κύριο
παράγοντα
διαιώνισης
του τυφλού
φανατισμού
στις τάξεις
των
Χριστιανών.
Όπως είναι
φυσικό, μέσα
σε
οποιοδήποτε
κλίμα
φανατισμού το
πρώτο θύμα
είναι η
αλήθεια. Αυτά
που γράφει
είναι
επίκαιρα και
για την
κατάσταση που
επικρατεί στη
χώρα μας με
την πληθώρα
Προτεσταντικών
οργανώσεων
και τις συχνές
εξάρσεις
θρησκευτικού
φανατισμού εκ
μέρους πολλών
Ορθόδοξων
πιστών: «Η
Χριστιανική
θρησκεία
είναι
ουσιαστικά
φονταμενταλισμός
καθώς σε
γενικές
γραμμές έχει
αναδείξει το
δόγμα ως το
υπέρτατο
ζήτημα. Η
δογματική
τοποθέτηση
είναι η βάση
της κοινωνίας
των πιστών,
της αποδοχής,
της
πνευματικής
ασφάλειας, της
φιλίας, κλπ,.
Είναι τραγικό
που η βάση της
κοινωνίας
μεταξύ των
Χριστιανών
είναι η
συμφωνία πάνω
σε δογματικά
θέματα αντί
για την ζωή
του Χριστού
μέσα στις
καρδιές όλων
των
Χριστιανών. Είναι
λυπηρό που οι
οποιεσδήποτε
συζητήσεις
για ενότητα
μεταξύ των
εκκλησιών
βασίζονται
πάνω ‘στην
ανάγκη
συμφωνίας
πάνω σε
δογματικά
ζητήματα’.
Είναι
αποκαρδιωτικό
να βλέπει
κανείς τις
επιθέσεις και
κατηγορίες (
αιρετικοί, κλπ
) που
εξαπολύονται
από την μία
εκκλησία
εναντίον της
άλλης επειδή
διαφωνούν σε
δογματικά
ζητήματα... Το
δόγμα έχει
θεοποιηθεί
στην
Χριστιανική
θρησκεία. Το
δόγμα είναι ο
θεός που
λατρεύεται
στις
εκκλησίες.
Πρόκειται για
μία άσχημη
μορφή
ειδωλολατρείας
όταν οι
δογματικές
τοποθετήσεις
ανυψώνονται
σε τέτοιο
σημείο που
πρέπει οι
πιστοί να τις
υπερασπίζονται
πάση θυσία,
ακόμα και εις
βάρος της
αγάπης. Μπορεί
τα δόγματα και
οι
θρησκευτικές
πεποιθήσεις
να είναι το
κεντρικό
σημείο των
θρησκειών,
αλλά για τον
αυθεντικό
Χριστιανισμό
το κεντρικό
σημείο είναι
το πρόσωπο του
Χριστού» (3)
Ο
Αυστραλός
συγγραφέας Peter
Cameron
πιστεύει
ότι ο ολοένα
αυξανόμενος
Φονταμενταλισμός
είναι ένα από
τα σημεία των
καιρών: «Η
ελκυστικοτητά
του
Φονταμενταλισμού
οφείλεται
κυρίως στην
επιθυμία των
ανθρώπων για
κάποια
βεβαιότητα
μέσα σε έναν
αβέβαιο κόσμο,
και στην
αίσθηση
σιγουριάς που
φέρνει η
υπακοή σε ένα
βιβλίο με
κανονισμούς –
μία
ψευδαισθησιακή
και απατηλή
σιγουριά
βέβαια, αλλά η
ειλικρίνεια
δεν είναι στο
πρόγραμμα.
Αυτό που είναι
στο πρόγραμμα
είναι η
σταδιακή
εκμηδένηση
της
προσωπικότητας
και της
ατομικής
ελευθερίας.
Φυσικά από
μόνος του ο
φονταμενταλιστής
δεν είναι
επικίνδυνος...
αλλά
συλλογικά
αλλάζει
εντελώς η
ιστορία. Ο
απολυταρχισμός
σε
οποιαδήποτε
μορφή του
είναι μεγάλο
κακό, αλλά ο
θρησκευτικός
απολυταρχισμός
είναι ο
χειρότερος απ’
όλους». Και
συνεχίζει: «Ο
Χριστιανισμός
σύμφωνα με
τους
Φονταμενταλιστές
είναι μία
σειρά από
προτάσεις οι
οποίες
βρίσκονται
μέσα στην
Βίβλο η οποία
είναι ένα
είδους βιβλίο
κανονισμών
που ορίζει όλα
τα απαραίτητα
στη ζωή του
Χριστιανού.
Αυτό είναι η
λεγόμενη
πίστη που
πιστεύεται ‘fides
quae
creditur’
( σε αντίθεση
με την πίστη
με την οποία
πιστεύουμε ‘fides
qua
creditur’
). Δεν παίζει
κανένα ρόλο ή
σημασία ποιές
ανοησίες
προκύπτουν, ή
ποιά
απανθρωπιά ή
ακόμα και
βαναυσότητα...
ο
φονταμενταλιστής
δεν ακούει
κανένα
επιχείρημα.
Εάν του πείς
ότι λέει
ανοησίες θα
παραμείνει
ατάραχος. Εάν
νομίζει ότι η
Βίβλος του τον
διατάζει να
λέει ανοησίες
τότε θα λέει
ανοησίες. Όταν
κάποιος
κατηγόρησε
τον πατέρα της
αρχαίας
εκκλησίας
Τερτυλλιανό
ότι πίστευε σε
παραλογίες ο
Τερτυλλιανός
απάντησε Credo
quia
absurdum,
δηλαδή ‘το
πιστεύω
επειδή είναι
παράλογο’»
(4)
Ο
φόβος της
ελευθερίας
Ο
Cameron
συνεχίζει: «Ο
Φονταμενταλιστής
επιζητά τη
βεβαιότητα,
ακόμα και αν
το
περιεχομενό
της είναι
παράλογο.
Γιαυτό είναι
και τόσο
διαδεδομένος
ο
Φονταμενταλισμός.
Ζούμε σε μία
εποχή με χωρίς
προηγούμενο
αβεβαιότητα,
κυρίως επειδή
απολαμβάνουμε
μία χωρίς
προηγούμενο
ελευθερία –
ελευθερία
σκέψης και
πράξεων. Η
ελευθερία
φέρνει
αβεβαιότητα
και η
αβεβαιότητα
φαίρνει φόβο,
τον φόβο της
ελευθερίας. Το
τέλειο
αντίδοτο στην
ελευθερία
είναι οι
κανονισμοί,
κανονισμοί
για να
υπακούονται. Ο
απλός κόσμος
δεν θέλει
ελευθερία,
θέλει να του
λένε τί να
κάνει. Έτσι
θριαμβεύει ο
φονταμενταλισμός
και κατα
συνέπεια ο
Χριστιανισμός
παρουσιάζεται
και γίνεται
αντιληπτός ως
μία θρησκεία
κανονισμών, η
αποδοχή και
υπακοή στους
οποίους
υποτίθεται
ότι παράγει
φώτιση. Νομίζω
ότι αυτό είναι
λυπηρό. Μπορεί
βέβαια να
πετυχαίνει
στο να φέρνει
ευτυχία και
ασφάλεια σε
πολλούς
ανθρώπους,
αλλά
πρόκειται για
μία ύποπτη
ευτυχία, σαν
την ευτυχία
ενός
φοβισμένου
ανθρωπάκου
που νοιώθει
ασφάλεια
φυλακισμένος
στο κελί του,
μακριά από τη
σύγχιση και
τις ευθύνες
του έξω κόσμου.
Είναι επίσης
λυπηρό επειδή
ο
Χριστιανισμός
παρουσιάζεται
στον έξω κόσμο
ως μία
διανοητικά
και ηθικά
χρεωκοπημένη
θρησκεία. Αυτό
πάει να πεί
ότι ο
Φονταμενταλισμός
είναι όχι
μονάχα κάτι το
λυπηρό αλλά
και κάτι το
δαιμονικό.
Πρόκειται για
δαιμονική
παραποίηση
και
διαστρέβλωση
του
Χριστιανισμού.
Επειδή ο θεός
στον οποίον
πιστεύουν οι
Φονταμενταλιστές,
όπως
αντανακλάται
και στη σχέση
του με τη
Βίβλο, είναι
ένας
αυταρχικός
θεός, ένας
εντολο-δόχος,
ένας θεός που
προστάζει και
που απαιτεί
τυφλή υπακοή.
Το ειρωνικό
της υπόθεσης
είναι ότι
ακριβώς αυτήν
τη
διαστρεβλωμένη
εικόνα του
Θεού
προσπάθησε ο
Χριστός να
υπονομεύσει
καθ όλη τη
διάρκεια της
επίγειας ζωής
Του. Ο Θεός,
όπως Τον
παρουσίασε ο
Ιησούς, δεν ενδιαφέρεται
για
κανονισμούς
και τυφλή
υπακοή. Ούτε
είναι
αυταρχικός.
Ούτε έχει την
απαίτηση να
πιστεύουμε σε
παραλογίες...
αυτό που
πρόσφερε ο
Ιησούς, αυτό
που προσφέρει
ο
Χριστιανισμός,
είναι απλά η
ικανότητα να
αντιμετωπίζουμε
την
πραγματικότητα,
χωρίς να
χρειάζεται να
πιστεύουμε σε
παραλογίες,
την ικανότητα
να ζούμε ακόμα
και μέσα στο
σκοτάδι της
αβεβαιότητας
χωρίς να
πρέπει να
θυσιάσουμε
την ελευθερία
μας»
(5)
Ο
συμπατριώτης
του Cameron,
Robert
Brinsmead
(6)
προσθέτει:
«Πολλοί
άνθρωποι απλά
αποφεύγουν να
βγούν έξω από
την
υποδούλωση
και τον έλεγχο
του νόμου και
να κινηθούν
προς την
αυθεντική
ελευθερία του
Πνεύματος. Η
ελευθερία
είναι γεμάτη
από απρόοπτα,
από
αβεβαιότητα
και πολλές
φορές από τον
φόβο που
δημιουργεί η
προσωπική
ευθύνη και η
υπευθυνότητα.
Πολλοί
άνθρωποι
προτιμούν την
αίσθηση της
ασφάλειας που
προσφέρουν οι
θεσμοί και οι
ιδεολογίες
και
οποιαδήποτε
άλλη ‘εξουσία’
ορίζει
προσεκτικά το
τί
επιτρέπεται
και το τί
απαγορεύεται.
Οι άνθρωποι
αυτοί
προτιμούν να
κανονίζονται
και να
προσδιορίζονται
τα καθηκοντά
τους από
κάποιο
σύστημα νόμου.
Η ελευθερία
επιτρέπει
μεγαλύτερο
αυθορμητισμό
και
δημιουργικότητα
αλλά επίσης
απαιτεί
αυξημένη
υπευθυνότητα.
Αντί λοιπόν να
αποδεχτούν
την αυξημένη
υπευθυνότητα
των ελεύθερων
ατομικών
επιλογών,
πολλοί
άνθρωποι
προτιμούν την
αίσθηση της
ασφάλειας που
προσφέρει ‘η
ηθική του
βιβλίου
κανονισμών’. Η
ζωή που
βασίζεται σε
κάποιο βιβλίο
με
κανονισμούς
έχει ένα
προσχέδιο για
κάθε ζήτημα.
Δεν υπάρχει
χώρος για να
γίνονται
υποθέσεις
σχετικά με το
τί είναι καλό
και τί είναι
κακό επειδή τα
πάντα είναι
ξεκάθαρα και
προκαθορισμένα.
Η τακτική αυτή
είναι
ελκυστική
επειδή
προσφέρει
ασφάλεια και
προβλεπτικότητα.
Επίσης είναι
ελκυστική
επειδή την
ευθύνη για τις
οποιεσδήποτε
επιλογές δεν
την
αναλαμβάνουν
οι ίδιοι οι
άνθρωποι που
τις κάνουν
καθώς την
αναλαμβάνουν
άλλοι»
Αυτοί
οι άλλοι που
αναλαμβάνουν
την ευθύνη
είναι οι
ηγέτες των «αλάθητων»
θρησκευτικών
συστημάτων.
Αυτή η τακτική
όμως είναι όχι
μονάχα ανόητη
αλλά είναι και
εξαθλιωτική: «τα
συστήματα που
προωθούν
αυτήν την
τακτική είναι
απάνθρωπα και
καταστρέφουν
το ανθρώπινο
πνεύμα.
Στερούν απο
τους
ανθρώπους την
ελευθερία
σκέψεως και
την ελευθερία
επιλογών.
Στερούν από
τους
ανθρώπους την
ελευθερία και
την προσωπική
ευθύνη η οποία
όμως είναι
αναγκαία για
να εξελιχθεί ο
κάθε άνθρωπος
σε αυθεντική
προσωπικότητα»
(7)
Ο
Γάλλος Αναρχο-Χριστιανός
στοχαστής Jacques
Ellul
αφιέρωσε
ολόκληρη τη
ζωή του
υπερασπιζόμενος
την ελευθερία
του ατόμου. Σε
ένα απο τα
έργα του
εξήγησε τα
αίτια για τα
οποία οι
Χριστιανοί
φοβούνται την
ελευθερία του
Πνεύματος και
προτιμούν την
σκλαβειά του γράμματος:
«Η εκκλησία
δεν άργησε να
διαπιστώσει
ότι οι αρχές
που δίδαξε ο
Ιησούς ήταν
δύσκολες στην
εφαρμογή τους.
Ας πάρουμε για
παράδειγμα
την ελευθερία.
Ο Ιησούς και ο
Απ. Παύλος μας
λένε ότι όσοι
καθοδηγούνται
από το Πνεύμα
είναι εντελώς
ελεύθεροι με
όλη τη σημασία
της λέξεως. Η
ελευθερία εν
Χριστώ
προϋποθέτει
όμως την
υπευθυνότητα,
τον
αυτοέλεγχο,
την σοφία, την
κοινωνία με
τον Θεό και (
φυσικά ) την
αγάπη. Αυτή η
ελευθερία
είναι
ανυπόφορη
επειδή
απαιτεί την
ενεργό
συμμετοχή μας.
Ως απόλυτα
ελεύθεροι
είμαστε
απόλυτα
υπεύθυνοι.
Πρέπει
συνέχεια να
κάνουμε
επιλογές.
Κινδυνεύουμε
ανα πάσα
στιγμή να
περιπέσουμε
σε σφάλματα ή
να
διαφθαρούμε. Η
ελευθερία
είναι
πράγματι μία
δύσκολη
υπόθεση. Έτσι
ξεκινάει το
έργο των
ηθικολόγων
και των
θεολόγων. Ως
αποτέλεσμα η
ελευθερία εν
Χριστώ
εγκαταλείπεται
σε χρόνο μηδέν.
Αυτή η
ελευθερία εν
Χριστώ ήταν
τόσο
ανυπόφορη για
τους πρώτους
Χριστιανούς
που σχεδόν
αμέσως την
εγκατέλειψαν
και όταν
αργότερα την
αναβίωσε ο
Λούθηρος, και
πάλι
απορρίφθηκε
αμέσως από τις
εκκλησίες που
προέκυψαν με
την
Μεταρρύθμιση.
Η ελευθερία
που προσφέρει
ο Χριστός
είναι τόσο
επαναστατική
που καταντάει
για πολλούς
Χριστιανούς
ανυπόφορη.
Απορρίπτοντας
την ελευθερία
εν Χριστώ, οι
Χριστιανοί
επέλεξαν στη
θέση της την
αίσθηση της
ασφάλειας που
προσφέρει η
θρησκεία και
έτσι
δημιούργησαν
μία ακόμα
θρησκεία, τον
Χριστιανισμό.
Κατασκευάζοντας
τον
Χριστιανισμό,
οι Χριστιανοί
γνώριζαν πολύ
καλά τί
έπρατταν.
Γνώριζαν ότι
εσκεμμένα
απέρριπταν το
ευαγγέλιο και
τον Κύριο για
να σκλαβωθούν
και πάλι στα
στοιχεία του
αιώνα αυτού.
Απέρριψαν
επίσης το
Πνεύμα που θα
τους
καθιστούσε
ικανούς να
ακολουθήσουν
τον νέο δρόμο
που τους είχε
ανοίξει ο
Ιησούς»
(8)
Ο
Χριστός
φέρεται να
είπε ότι όταν
οι άνθρωποι
γνωρίζουν την
αλήθεια «πραγματικά
ελευθερώνονται».
Αυτή είναι η
πραγματική
ελευθερία, το
να
επιδιώκουμε
να γνωρίζουμε
την αλήθεια
όποια και αν
είναι αυτή
έχοντας
απόλυτη
εμπιστοσύνη
στην αγάπη του
Θεού. Η ψύχωση
με την ψεύτικη
ασφάλεια του
δόγματος και
της «ορθότητας»
των
πεποιθήσεων
δρα ενάντια
στην
πνευματική
πρόοδο πολλών
Χριστιανών.
Αυτό που έχουν
είναι
πεποιθήσεις
και όχι πίστη.
Υπάρχει
τεράστεια
διαφορά
μεταξύ των δύο.
Η πίστη
δίνεται από
τον Θεό ενώ η
πεποίθηση
διαμορφώνεται
από τον
άνθρωπο. Η
πίστη είναι
μία εσωτερική
κατάσταση και
δεν
κινδυνεύει
από την έρευνα,
απεναντίας
ωφελείται. Η
πεποίθηση
φοβάται την
έρευνα επειδή
κινδυνεύει
ανα πάσα
στιγμή να
ανατραπεί από
νέες
πληροφορίες ή
δεδομένα. Η
πίστη δεν
ανατρέπεται
από νέες
εμπειρίες ή
πληροφορίες
επειδή, ως
εσωτερική
κατάσταση που
είναι
συνέχεια
επιδιώκει την
αλήθεια,
αμφισβιτώντας
μάλιστα σε
πολλές
περιπτώσεις
τις
πεποιθήσεις
που
συνδέονται με
αυτήν. Την
τεράστεια
διαφορά
μεταξύ «πεποίθησης»
και «πίστης»
εξηγεί με
σαφήνεια ο Ellul:
«Η
πίστη
προϋποθέτει
την αμφιβολία
ενώ η
πεποίθηση την
αποκλείει. Το
αντίθετο της
αμφιβολίας
δεν είναι η
πίστη αλλά η
πεποίθηση. Οι
«ήρωες» της
πεποίθησης
υπηρετούν
τυφλά τον «νόμο»
και τις «εντολές».
Είναι
άκαμπτοι στις
πεποιθήσεις
τους, και δεν
ανέχονται την
οποιαδήποτε
αλλαγή.
Επιμένουν
στην απόλυτη
ορθο-δοξία.
Τόσο ο τρόπος
σκέψης όσο και
η συμπεριφορά
κωδικοποιούνται.
Αυτό οδηγεί
φυσικά σε ένα
υψηλό επίπεδο
εξωτερικής
επίδοσης
χωρίς όμως να
υπάρχει
εσωτερική
υπόσταση... Επειδή
δεν υπάρχει
εσωτερική
πραγματικότητα
επιδιώκεται η
εξωτερική
πραγματικότητα
της ομάδας η
οποία
προσφέρει μία
αίθηση
βεβαιότητας
και σιγουριάς
μέσω της
κοινής
πεποίθησης.
Η πεποίθηση
του ενός
επιβεβαιώνεται
από την
πεποίθηση του
άλλου. Οι
πολλές
λειτουργίες,
οι
εκκλησιασμοί,
τα καλά έργα,
οι διακονίες,
και γενικά η
έντονη
θρησκευτική
δραστηριότητα
προσφέρει
πλήρη
ικανοποίηση
στους «πιστούς»,
οι οποίοι δεν
αισθάνονται
την ανάγκη να
εξετάσουν την
αλήθεια ή την
πραγματικότητα
των
πεποιθησεών
τους...η
δραστηριότητα
τους κρατάει
απασχολημένους
για καλά. Μέσα
σε αυτό το
πλαίσιο είναι
εύκολο να
φανταστούμε
πόσο
ασφυκτική
γίνεται η
ομοιογένεια
των
πεποιθήσεων...
Απαγορεύεται
η οποιαδήποτε
αμφιβολία ή
αβεβαιότητα
καθώς κάτι
τέτοιο θα
αποβεί
καταστροφικό
στην ομάδα.
Επόμενο είναι
να μην γίνεται
ανεκτή η
ελευθερία
σκέψεως. Η
ελευθερία
σκέψεως είναι
πάντα πηγή
περαιτέρω
ερωτημάτων,
αυτοκριτικής
ή ακόμα και
αμφιβολίας,
οπότε η
πεποίθηση
μετατρέπεται
ραγδαία σε
κωδικοποιημένες
φράσεις, σε
άρθρα πίστεως,
σε τελετές και
φυσικά σε ορθο-δοξία»
Στη
συνέχεια ο
Ellul
εξηγεί πώς η
αμφιβολία
βοηθάει την
πίστη: «Οι
άνθρωποι που
ζούνε στον
κόσμο της
πεποίθησης
αισθάνονται
ασφαλείς.
Αντίθετα, η
πίστη πάντα
μας φέρνει
στην κόψη του
ξυραφιού. Η
αμφιβολία που
πηγάζει από
την πίστη έχει
να κάνει με
μένα και όχι
με την
αποκάλυψη της
αγάπης του
Θεού ή την
παρουσία του
Ιησού Χριστού.
Πρόκειται για
αμφιβολία
σχετικά με τον
τρόπο που
ανταποκρίνομαι
στην πίστη που
υπάρχει μέσα
μου, και για
αμφιβολία
σχετικά με τις
δυνάμεις που
υπακούω μέσα
στην εκκλησία
και στην
κοινωνία. Εάν
διακρίνω την
κίνηση της
πίστης μέσα
μου, πρώτα απ’
όλα προσπαθώ
να μην
εξαπατήσω τον
εαυτό μου
παραδιδόμενος
χωρίς εξέταση
σε κάποια
πεποίθηση.
Είμαι
υποχρεωμένος
να υποβάλλω
τις
πεποιθήσεις
μου στην πιό
αυστηρή
κριτική.
Πρέπει να
εξετάσω όλες
τις αρνήσεις
και τις
επιθέσεις
εναντίον των
πεποιθησεών
μου, ώστε να
γνωρίζω πόσο
στέρεο είναι
το
αντικείμενο
της πίστης μου.
Η πίστη δεν
ικανοποιείται
με μισές
αλήθειες και
μισές
βεβαιότητες».
Ο Γάλλος
στοχαστής
καταλήγει: «Όπως
είπε και ο Kierkegaard,
είναι πιό
δύσκολο για
όσους
ικανοποιούνται
στις
μικροθρησκευτικές
τους ανάγκες
από την
εκκλησία να
δεχτούν το ‘σοκάρισμα’
της
αποκάλυψης,
και να
ανακαλύψουν
τον Μοναδικό,
από ότι είναι
για όσους
συνέχεια
αναζητούν την
αλήθεια χωρίς
να
ικανοποιούνται
εύκολα. Το
μεγαλύτερο
εμπόδιο για να
γίνει κάποιος
Χριστιανός
είναι να
ανήκει σε
κάποια (
οργανωμένη )
εκκλησία... Δεν
υπάρχει
κάποιος
δρόμος που να
μας οδηγεί από
λίγη θρησκεία
( οποιαδήποτε
και αν είναι )
σε λίγο
περισσότερη
θρησκεία και
τελικά στην
πίστη. Η πίστη
γκρεμίζει τη
θρησκεία... Από
την άλλη
πλευρά, η
μετάβαση ( ή
μάλλον
κατάβαση ) από
την πίστη στην
πεποίθηση
είναι πάντα
πιθανή και
πάντα
παραμονεύει
ως κίνδυνος.
Πρόκειται για
την πτώση στην
οποία πάντα
υπόκειται η
Εκκλησία και η
Χριστιανική
ζωή» (9)
Ακόμα
και αν
δεχτούμε ότι η
ορθότητα των
θεολογικών
πεποιθήσεων
έχει κάποια
πρακτική αξία
( κάτι που
προσωπικά
θεωρώ αδύνατο
), ποτέ δεν
μπορεί να
συγκριθεί με
την αξία που
έχει η
ορθότητα του
πνεύματος.
Είναι πολύ πιό
σημαντικό για
έναν
Χριστιανό να
έχει το σωστό
πνεύμα. Ο
καρπός του
πνεύματος δεν
είναι κάποια «ορθοδοξία»
ή κάποιες
σωστές
θεολογικές
πεποιθήσεις,
αλλά η αγάπη, η
καλοσύνη, η
ειρήνη, η
συγχωρητικότητα,
η ελπίδα, κλπ.
Χωρίς αυτά, οι
σωστές
πεποιθήσεις
και τα ορθά
δόγματα
εξελίσσονται
ως θανάσιμο
κίνδυνο στη
ζωή των πιστών
και
γενικότερα
της Εκκλησίας
όπως έχει
αποδειχτεί
και από την
ιστορία. O
μεγάλος
Μεταρρυθμιστής
της Δυτικής
εκκλησίας John
Wesley
έδειξε να
κατανοεί
κάπως τον
κίνδυνο του
στείρου
δογματισμού
όταν έγραψε:
«Η ορθοδοξία, ή
αν θέλετε, η
σωστή άποψη,
έχει στην
καλύτερη
περίπτωση
κάποια
σχετική αξία.
Αν και δεν
μπορεί να
υπάρξει
σωστός
χαρακτήρας
χωρίς σωστές
πεποιθήσεις,
οι σωστές
πεποιθήσεις
μπορούν να
υπάρξουν
χωρίς σωστό
χαρακτήρα.
Μπορεί
κάποιος χωρίς
να έχει αγάπη,
ή σωστά
συναισθήματα
απέναντι στο
Θεό, εντούτοις
να έχει σωστές
πεποιθήσεις ή
απόψεις για
τον Θεό.
Απόδειξη
γιαυτό είναι ο
Σατανάς» (10)
1.
Ένατο
Άρθρο στην
πρώτη
επιστολή του
Αυτοκράτωρα
Ιουστινιανού
προς τον
Πατριάρχη
Μηννά
2.
Concerning False Prophets and the Abuse of Revelation, του Thomas Talbott, Willamette University
3.
Christianity is not
a religion, James A. Fowler
4.
Necessary Heresies,
Alternatives to Fundamentalism, σελ. 7 & 41,
New South Wales University Press, 1993
5.
ο.π σελ. 32, 33
6.
Judged by the Gospel, Robert Brinsmead, 1980, p.233
7.
ο.π
8.
πηγή Brinsmead, Robert. "The Principles of the Reformation: The Bible Alone",
απο μαγνητοφωνημένη ομιλία
9.
The Living Faith: Belief and Doubt in a Perilous World
του Jacques Ellul, San Francisco: Harper and Row, Publishers. 1983
10.
Το απόσπασμα αυτό από τα γραπτά του John Wesley's δόθηκε από τον A. W. Tozer, στο βιβλίο του The Pursuit of God,
Christian Publications. 1948. σελ. 9
Greek Articles Index