free christians australia all welcome

Το πρόβλημα με τη Βίβλο
FreeChristians

Greek Articles Index

Τα  «θεόπνευστα» γραπτά κείμενα που ονομάζουμε Καινή Διαθήκη, αποτελούν μαζί με τα «θεόπνευστα» κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης την Αγία Γραφή (Βίβλος). Τα γραπτά αυτά κείμενα θεωρούνται θεόπνευστα επειδή πολλές απο τις μαρτυρίες που περιέχουν είναι φανερά «εκ Θεού». Για παράδειγμα η μαρτυρία της Αγίας Γραφής ότι «ο Θεός είναι αγάπη» αποδεικνύεται από μόνη της ως θεόπνευστη, καθώς εάν όντως υπάρχει Θεός, δεν θα περιμέναμε τίποτα λιγότερο για τη φύση Του. Δεν ισχύει όμως το ίδιο με διάφορα αποσπάσματα της Αγίας Γραφής που αποδεικνύονται ως μη θεόπνευστα καθώς αντανακλούν τις ανθρώπινες αδυναμίες όσων τα έγραψαν. Για παράδειγμα όταν διαβάζουμε συχνά στους Ψαλμούς τον συγγραφέα τους να προσεύχεται την καταστροφή των εχθρών του ( ακόμα και η συντριβή των νηπίων τους επάνω σε βράχια! Βλέπε ΨΑΛΜ 137:8-9 «μακαριος ος κρατησει και εδαφιει τα νηπια σου προς την πετραν», κλπ ) είμαστε υποχρεωμένοι να απορρίψουμε  το μηνυμά τους ως βάρβαρο και απάνθρωπο. Σίγουρα ο συγγραφέας του μακάβριου αυτού ψαλμού ήταν άρρωστος στο μυαλό. Μονάχα ένας ψυχοπαθής μπορεί να χαίρεται με την εικόνα να συντρίβονται τα κρανία μικρών παιδιών και να χύνονται στο έδαφος τα μυαλά τους, και όχι κάποιος που εμπνέεται απο Πνεύμα Άγιο. 

Επίσης πρέπει να απορρίψουμε ως απάνθρωπα και ως ανάξια του Θεού αγάπης εδάφια που φέρουν τον Θεό να λέει «κοπτετε και μη φειδεσθε τοις οφθαλμοις υμων και μη ελεησητε, πρεσβυτερον και νεανισκον και παρθενον και νηπια και γυναικας αποκτεινατε εις εξαλειψιν...» ( ΕΖΕΚ 9: 5 – 6 ). Το ίδιο ισχύει και με οποιεσδήποτε άλλες «γραφές» παρουσιάζουν τον αγαθό και φιλάνθρωπο Θεό ως ανθρωποκτόνο, ως εξολοθρευτή, ως γενοκτόνο, ως οργισμένο, ως εκδικητικό, και γενικά ως κατώτερο των περιστάσεων...

Πρέπει με άλλα λόγια, όταν διαβάζουμε το οποιοδήποτε σύγγραμα της Εκκλησίας, συμπεριλαμβανομένης και της Βίβλου, να διαχωρίζουμε το σιτάρι απο τα ζιζάνια...

Αυτό άλλωστε έκανε και ο Χριστός όταν με χαρακτηριστική άνεση, απέρριψε τις αναχρονιστικές διδασκαλίες της Παλιαιάς Διαθήκης ( π.χ οφθαλμόν αντί οφθαλμού ) αντικαθιστώντας τες με ένα νέο, πιό ανθρώπινο όραμα σχετικά με την αγαθή φύση του Θεού. Ο Θεός του Ιησού Χριστού, σε αντίθεση με πολλές απο τις γραφές της Παλαιάς Διαθήκης, αγαπάει όλους τους ανθρώπους, ακόμα και τους εχθρούς Του και εργάζεται ασταμάτητα για να ευλογήσει τελικά τους πάντες και τα πάντα. Δυστυχώς η νέα αυτή αποκάλυψη του Θεού, ως Θεού αγάπης, δεν έγινε απόλυτα κατανοητή απο τους μαθητές του Χριστού γιαυτό βλέπουμε ίχνη του παλαιού Θεού της οργής ακόμα και στα «θεόπνευστα» γραπτά της Καινής Διαθήκης.

Επίσης, αξίζει να επαναλάβουμε τη διαπίστωση ότι η θεοπνευστία δεν περιορίζεται στον χώρο της θρησκείας αλλά και στην οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα ( π.χ επιστήμη, φιλοσοφία, ιατρική, καλές τέχνες, φιλανθρωπία, ψυχαγωγία, εκπαίδευση, κλπ ) σε οτιδήποτε συμβάλλει στην πρόοδο της ανθρωπότητας. Με άλλα λόγια, καμμία θρησκεία δεν έχει μονοπώλιο στην θεία έμπνευση. Το Πνεύμα του Θεού «πνέει όπου θέλει»!

Γιατί η Βίβλος δεν είναι ο Λόγος του Θεού

  Ο προφήτης Άμως προειδοποίησε τον λαό του Ισραήλ: «ιδου ερχονται ημεραι λεγει Κυριος ο Θεος και θελω εξαποστειλει πειναν επι την γην, ουχι πειναν αρτου ουδε διψαν υδατος αλλ ακροασεως των Λογων του Κυριου. Και θελουσι περιπλανασθαι απο θαλασσης εως θαλασσης και απο βορρα εως ανατολης θελουσι περιτρεχει ζητουντες τον Λογον του Κυριου και δεν θελουσιν ευρει» ( ΑΜΩΣ 8: 11, 12 ). Οι αρχαίοι Ισραηλίτες είχαν βέβαια τις ιερές γραφές ( το TORAH ) αλλά οι γραφές δεν είναι ο Λόγος του Θεού. Ο Λόγος του Θεού είναι ζωντανός και ακούγεται μέσω των ανθρώπων οι οποίοι μιλάνε «εις το όνομα του Κυρίου». Ο Θεός μας μιλάει μέσω των ανθρώπων του, όχι μέσω ενός βιβλίου... Σύμφωνα με την μαρτυρία των ίδιων των γραφών, ο Λόγος του Θεού «ακούγεται». Ο Λόγος του Θεού δεν «διαβάζεται». Ο Λόγος του Θεού είναι άμεσος και ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κάθε «παρούσας πραγματικότητας».

  Κατα την διάρκεια της περιόδου «πείνας ακροάσεως των Λόγων του Κυρίου» άρχισε το Ιουδαϊκό ιερατείο να προβάλλει τις γραφές ως Λόγο του Θεού. Άρχισαν να κυκλοφορούν Ραββινικές διδασκαλίες ότι το TORAH, δηλαδή οι γραφές, ήταν ο Λόγος του Κυρίου, ήταν το φως του κόσμου, ήταν ο άρτος της ζωής, κλπ. Μάλιστα έφτασαν στο σημείο να διδάξουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο μέσω του TORAH. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε και στις δεκαετίες μετά απο την καταστροφή του 70 μ.Χ όταν έχοντας μείνει χωρίς Ναό οι Ιουδαίοι Ραββίνοι έδωσαν για άλλη μία φορά υπερβολική έμφαση στο TORAH. Γράφοντας προς το τέλος του 1ου αιώνα, ο συγγραφέας του Κατα Ιωάννη ευαγγελίου απάντησε στην αναβιωμένη βιβλιολατρεία των Ιουδαίων αποδίδοντας όλες αυτές τις τιμές ( Λόγος του Θεού, φως του κόσμου, άρτος της ζωής, κλπ ) στον Θεάνθρωπο. Για τον συγγραφέα του κατα Ιωάννη ευαγγελίου, ( ο οποίος σύμφωνα με τους ειδικούς είχε στη διαθεσή του αρκετό αυθεντικό υλικό απο την προφορική παράδοση που άφησε πίσω του ο Ιωάννης ο θεολόγος ), ο Λόγος του Θεού δεν ήταν δυνατό να χωρέσει σε κάποιο βιβλίο, καθώς «ούτε όλα τα βιβλία του κόσμου δεν θα έφταναν για να χωρέσουν τα όσα είπε και έκανε ο Ιησούς».

Δυστυχώς όμως δεν άργησαν και οι Χριστιανοί να κάνουν το ίδιο λάθος. Χάνοντας τον προφητικό λόγο, η Εκκλησία δημιούργησε το δικό της TORAH, το οποίο ονόμασε Καινή Διαθήκη. Η Καινή Διαθήκη όμως δεν είναι ένα βιβλίο, όπως λανθασμένα ονομάζουμε τις Χριστιανικές γραφές. Η Καινή Διαθήκη είναι ο ζωντανός Λόγος που κατοικεί μέσα στις καρδιές των Χριστιανών. Έτσι τουλάχιστον πίστευαν οι Χριστιανοί του πρώτου αιώνα. Γιαυτό ο συγγραφέας της ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ επιστολής υπενθύμισε στους συμπατριώτες του τις αρχαίες προφητείες σχετικά με την Καινή Διαθήκη και τους εξήγησε ότι η Καινή Διαθήκη δεν γράφτηκε επάνω σε πέτρα, όπως οι Δέκα Εντολές της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά γράφεται επάνω στις καρδιές των πιστών: «ιδου ερχονται ημεραι λεγει Κυριος και θελω συντελεσει... Διαθηκην Καινην.. θελω δωσει τους νομους μου εις την διανοιαν αυτων και θελω γραψει αυτους επι της καρδιας αυτων ... και δεν θελουσι διδασκει εκαστος τον πλησιον αυτου και εκαστος τον αδελφον αυτου λεγων γνωρισον τον Κυριον διοτι παντες θελουσι με γνωριζει απο μικρου εως μεγαλου αυτων...» ( βλέπε ΕΒΡ 8: 8-13 )

Βλέπουμε λοιπόν ότι η Καινή Διαθήκη δεν είναι απολιθωμένη μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου. Δεν είναι γραμμένη απο μελάνη. Είναι γραμμένη μέσα στις καρδιές των πιστών. Τα θεόπνευστα συγγράματα της Εκκλησίας μπορούν βέβαια να θεωρηθούν κατα δευτερεύοντα τρόπο ως «Καινή Διαθήκη» ή «Λόγος του Θεού» καθώς μαρτυρούν για την Καινή Διαθήκη και αναφέρονται σε αυτήν αλλά στην πραγματικότητα, τα συγγράμματα αυτά δεν είναι η Καινή Διαθήκη. Η Καινή Διαθήκη είναι κάτι το διαφορετικό. Είναι γραμμένη μέσα στις καρδιές μας. Γιαυτό γράφει ο Απ. Παύλος προς τους Χριστιανούς της εποχής του «σεις εισθε η επιστολη ημων εγγεγραμμενη εν ταις καρδιαις ημων γινωσκομενη και αναγινωσκομενη υπο παντων ανθρωπων» ( Β ΚΟΡΙΝΘ 3: 1 ).

Στις επιστολές του, ο Απ. Παύλος αναφέρεται συνέχεια στον «Λόγο του Θεού», χωρίς όμως να εννοεί τις γραφές. Ο Λόγος του Θεού για τον Απόστολο των εθνών δεν είναι άλλος απο το χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης. Ο μεγάλος αυτός μάρτυρας του ευαγγελίου εξάπλωσε τον Χριστιανισμό κηρύττοντας το μήνυμα της ανάστασης. Τους μεν Ιουδαίους παρέπεμπε βέβαια στις καταγεγραμμένες προφητείες του TORAH ( για να αποδείξει την Μεσσιανική ταυτότητα του Ιησού ), αλλά τους εθνικούς τους έπειθε απλά κήρυττοντας το μήνυμα της ανάστασης «μετα σημείων και τεράτων». Για τον Απ. Παύλο οι έννοιες TORAH, Νόμος, «το γράμμα», οι Γραφές, κλπ, είναι ταυτόσημες και αναφέρονται στην παρελθούσα Παλαιά Διαθήκη η οποία ήταν γραμμένη απο μελάνη και η οποία θανατώνει. Μονάχα η Καινή Διαθήκη δίνει πνευματική ζωή ακριβώς επειδή δεν είναι γραμμένη απο μελάνη, αλλά είναι Πνεύμα που καθοδηγεί τον κάθε πιστό. Το να ζούμε σύμφωνα με το γράμμα του TORAH είναι σημάδι πνευματικής σκλαβειάς και ανωριμότητας σύμφωνα με την διδασκαλία του Απ. Παύλου. Τον αδικούμε σε μεγάλο βαθμό όταν μετατρέπουμε τις επιστολές του σε ένα νέο TORAH, Νόμο, «γράμμα», ή γραφή.

Ο Brinsmead εξηγεί τους κινδύνους που παραμονεύουν πίσω απο την θεοποίηση γραπτών κειμένων: «Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης γράφτηκαν αρχικά από την εκκλησία, και στη συνέχεια συλλέχθηκαν και εγκρίθηκαν ( ως κανονικά ) από την εκκλησία...( Τα κείμενα αυτά ) δεν είναι ο Λόγος του Θεού. Τα κείμενα αυτά είναι η μαρτυρία της εκκλησίας στον Λόγο του Θεού. Είναι η μαρτυρία της εκκλησίας στην Αποκάλυψη που δόθηκε εν Χριστώ. Ο Θεός είναι υπερβατικός, πάνω από τις σκέψεις και τη φαντασία μας. Η αποκάλυψη του άπειρου, του ασύλληπτου και του απερίγραπτου Θεού δεν μπορεί να λάβει μέρος σε ένα βιβλίο. Ο Λόγος του Θεού είναι Πνεύμα και Ζωή και αποκαλύπτεται μονάχα στο πνεύμα και στη ζωή των δημιουργημάτων. Ο ισχυρισμός ότι ο Λόγος του Θεού μπορεί να διατυπωθεί ως ένα ξερό κείμενο είναι ήδη άσχημο. Το να προχωρήσουμε όμως και να πούμε ότι ο Λόγος του Θεού μπορεί να υποστεί φιλολογική ανάλυση, εξέταση και επιστημονική έρευνα είναι βλασφήμεια... Επιπλέον, η άποψη ότι οποιοδήποτε γραπτό κείμενο είναι ο Λόγος του Θεού υποβιβάζει τον Λόγο σε έναν ορισμό ή σε μία πρόταση. Ο Λόγος του Θεού είναι ο ίδιος ο Θεός ( ΙΩΑΝ 1:1 ) και δεν μπορεί να διατυπωθεί ως μία πρόταση ή να υπόκειται σε κάποιον ορισμό. Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης δεν κάνουν κανέναν τέτοιον βλάσφημο ισχυρισμό για τον εαυτόν τους. Είναι η μαρτυρία της Εκκλησίας στον Λόγο και στην αποκάλυψη που δεν βρίσκονται σε κάποιο βιβλίο αλλά σε ένα πρόσωπο ‘ο Θεός φανερώθηκε εν σαρκί’, ‘και ο Λόγος σαρξ εγένετο’. Πουθενά δεν ισχυρίσθηκαν στην αρχέγονη εκκλησία ότι ‘ο Λόγος έγινε βιβλίο’

«Αυτή η διαπίστωση μας σπρώχνει να αναλογιστούμε την περιβόητη διαφωνία μεταξύ των Καθολικών/Ορθοδόξων  και των Προτεσταντών. Φυσικά και οι Καθολικοί έχουν δίκαιο όταν λένε πως η Βίβλος δημιουργήθηκε από την Εκκλησία και ότι η αποδοχή της Βίβλου ως εξουσίας ισοδυναμεί με αποδοχή της Εκκλησίας ως εξουσίας. Πολλοί Χριστιανοί απορρίπτουν το αλάθητο της εκκλησίας, αλλά υποστηρίζουν το αλάθητο των γραπτών κειμένων της εκκλησίας ( Καινή Διαθήκη ). Αυτό αποτελεί ανακολουθία και φυσικά δεν στέκει. Τόσο οι Καθολικοί όσο και οι Προτεστάντες έχουν σφάλλει στην προσπαθειά τους να βρούν μία κάθετη εξουσία μέσω της οποίας να ζούν επειδή όλες οι κάθετες εξουσίες είναι απο τη φύση τους απάνθρωπες και ενάντιες στον Θεό. Πρέπει φυσικά να σεβόμαστε την μαρτυρία της Εκκλησίας που έζησε και έδρασε κατα τη διάρκεια της συγγραφής των κειμένων της Καινής Διαθήκης, αλλά όχι πέραν του δεόντος, καθότι παραμένουν ανθρώπινες μαρτυρίες. Η Εκκλησιολατρεία και η Βιβλιολατρεία είναι στην πραγματικότητα το ίδιο πράγμα. Δεν είναι παρά η λατρεία του κτίσματος. Όπως η λατρεία του κτίσματος ( ειδωλολατρεία ) συναντάται σε διαφορετικές μορφές στις διάφορες θρησκείες έτσι έχουμε και την Χριστιανική έκδοση της ειδωλολατρείας» (1)

Η Αγία Γραφή είναι ένα ανθρώπινο βιβλίο, με όλη τη σημασία των λέξεων. Όταν το δεχτούμε ως ανθρώπινο έργο μπορούμε να αποκομήσουμε κάποιο όφελος καθώς έχει διαφυλάξει την μαρτυρία ανθρώπων που ήρθαν σε επαφή με την θεότητα. Ούτε σκανδαλιζόμαστε με τα διάφορα λάθη και ατέλειες, ούτε ακόμα και απο τη σκοτεινή πλευρά της μαρτυρίας τους, καθώς αναγνωρίζουμε το γεγονός ότι τα λάθη είναι ανθρώπινα. Είναι απόλυτο φυσιολογικό για τους μάρτυρες της πίστεως να προβάλλουν τις αδυναμίες τους, τα πάθη τους, τις φοβίες τους και γενικά την νοοτροπία της εποχής τους στην εικόνα που περιέγραφαν για τον Θεό. Και εμείς το ίδιο θα κάναμε. Μονάχα όταν ειδωλοποιούμε την Βίβλο, μετατρεποντάς την σε κάποια αυθεντία, σκανδαλιζόμαστε απο τα λάθη που περιέχονται σ’αυτήν και υποφέρουμε απο την σκοτεινή πλευρά της.

Οι ιστορίες που καταγράφθηκαν στις σελίδες της Αγίας Γραφής περιέχουν βέβαια ιστορικά γεγονότα, πολλά με υπερβολές και άλλες ανακρίβειες, καθώς και πολλούς μύθους ή παραβολές, χωρίς οι αρχικοί συγγραφείς και οι μετέπειτα συντάκτες των κειμένων να νοιάζονταν να προσθέσουν διευκρινήσεις, ή ακριβείς λεπτομέρειες ( όπως για παράδειγμα όταν κατέγραφαν στατιστικές πληροφορίες τα νούμερα των οποίων συχνά στρογγύλευαν ή «φούσκωναν» για έμφαση ή για συμβολισμό σύμφωνα με τους κανόνες της αριθμολογίας ).

Ούτε ενδιαφέρονταν να περιγράψουν γεγονότα σε αυστηρή χρονική ακολουθία, όπως φαίνεται και στα τέσσερα ευαγγέλια, αλλά τοποθετούσαν την κάθε ιστορία στο ανάλογο μοτίβο. Για παράδειγμα το «Κατα Ματθαίον» ευαγγέλιο, το οποίο γράφτηκε απο άγνωστους συγγραφείς προς τα τέλη του πρώτου αιώνα απευθυνόμενο προς τους Ιουδαίους Χριστιανούς, χωρίζεται σε πέντε ενότητες, κάτι δηλαδή ως Χριστιανική Πεντάτευχος ( τα πρώτα πέντε βιβλία της Π.Δ θεωρούνταν απο την Ιουδαϊκή παράδοση ως γραμμένα απο τον Μωησή ). Έπειτα, οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης ακολουθούσαν το παράδειγμα των Ραββίνων όσον αφορά τις λογοτεχνικές μεθόδους Targum και Midrash.

Σύμφωνα με τη μέθοδο του Targum, ο κάθε αναγνωρισμένος διδάσκαλος ( Ραββίνος ) απολάμβανε μεγάλη ελευθερία στην ερμηνεία και μεθερμηνεία των ιερών γραφών και έτσι μάζευε εδάφια από διάφορα ιερά κείμενα, πρόσθετε διάφορα άλλα στοιχεία και ιδέες και τα ένωνε όλα μαζί με δημιουργικό τρόπο σε ένα εννιαίο σύνολο. Περιττό να προσθέσω ότι με τη μέθοδο αυτή, οι Ραββίνοι ερμηνεύανε τις ιερές γραφές όπως ήθελαν. Η ιδέα πίσω από το Targum ήταν ότι οι Ραββίνοι οδηγούνταν από το Άγιο Πνεύμα στις ερμηνείες που έδιναν σχετικά με το νόμο και τους προφήτες. Αυτή η ελεύθερη ερμηνεία εδαφίων της Γραφής φαίνεται και στον τρόπο με τον οποίον οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης χρησιμοποιούσαν αποσπάσματα από τις Γραφές της Παλαιάς Διαθήκης.

Η άλλη μέθοδος που συχνά χρησιμοποιούσαν οι συγγραφείς των θεόπνευστων κειμένων της Βίβλου ονομαζόταν Midrash. Σύμφωνα με την μέθοδο αυτή, οι συγγραφείς στόλιζαν ελεύθερα τις διάφορες ιστορίες που αφηγούνταν με φανταστικά και μυθολογικά στοιχεία με σκοπό να τους δώσουν μεγαλύτερη έμφαση. Φυσικά μας είναι σήμερα αδύνατο να γνωρίζουμε ποιές απο τις ιστορίες της Βίβλου, τόσο της Παλαιάς Διαθήκης όσο και της Καινής Διαθήκης, αναφέρονται σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα, ή κατα πόσο είναι στολισμένες με μυθολογικά στοιχεία. Για παράδειγμα, όλο και περισσότεροι θεολόγοι αναγνωρίζουν ότι ιστορίες όπως του Ιώβ και του προφήτη Ιωνά, δεν είναι παρά περίτεχνες παραβολές που γράφτηκαν με σκοπό να σατυρίσουν τις επικρατούσες θεολογικές και εθνικιστικές αντιλήψεις. Το ίδιο ισχύει και με τα τέσσερα ευαγγέλια που περιέχουν αρκετή δόση Midrash.

Οι τότε λαοί της Ανατολής δεν είχαν ψύχωση ούτε με την «επιστημονική μέθοδο» των μοντέρνων Δυτικών ούτε και με την κυριολεκτική ακρίβεια των γεγονότων που περιέγραφαν, αλλά αρκούνταν στην κεντρική ουσία και στα ηθικά διδάγματα των ιστοριών που άκουγαν. Αυτοί και άλλοι πολλοί λόγοι καθιστούν το οποιοδήποτε έργο διαχωρισμού των περιεχόμενων της Αγίας Γραφής σε «κυριολεκτικές αλήθειες» και σε «μή-κυριολεκτικές αλήθειες» ως πρακτικά αδύνατο. Ακόμα και η ιδέα του «αλάθητου» της Αγίας Γραφής ως τεχνικός όρος δεν στέκει.

Ο Frank Tipler μάλλον έχει δίκηο όταν γράφει: «Τα κυριότερα ‘ιερά βιβλία’ γράφτηκαν πριν παραπάνω από χίλια χρόνια. Μονάχα στα τελευταία χίλια χρόνια έχουν συμβεί πάρα πολλές εξελίξεις. Η επιστήμη, ο πολιτισμός και η κοινωνία έχουν αλλάξει σε μεγάλο βαθμό από όταν γράφτηκαν τα βιβλία αυτά. Όταν γράφτηκε η Καινή Διαθήκη, οι άνθρωποι νόμιζαν ότι η γη ήταν το κέντρο του σύμπαντος, ενώ τώρα γνωρίζουμε ότι είναι απλά ο τρίτος πλανήτης του ηλιακού μας συστήματος... Διαβάζουμε λοιπόν την Βίβλο έχοντας διαφορετικό τρόπο σκέψης από τους αρχαίους μας προγόνους. Αυτό σημαίνει ότι τα ίδια σύνολα λέξεων περιέχουν διαφορετικές έννοιες στους ανθρώπους διαφορετικών εποχών. Υπάρχουν εδάφια στην Βίβλο που πριν απο την Κοπερνίκια επανάσταση ( όταν διαπιστώθηκε ότι η γη κινείται ) ερμηνεύονταν με τέτοιο τρόπο που αποδείκνυαν ότι η γη ήταν ακίνητη. Αυτά τα εδάφια ερμηνεύονται τώρα ως ποιητικές εκφράσεις, οι οποίες δεν πρέπει να διαβάζονται κυριολεκτικά. Επειδή ένα οποιοδήποτε βιβλίο συνηθισμένου μεγέθους περιέχει μεγάλες ποσότητες πληροφοριών είναι λογικά αδύνατο για το οποιοδήποτε βιβλίο να μην παρερμηνευθεί. Ακόμα και αν ένα βιβλίο ήταν εμπνευσμένο από τον Θεό, υποχρεωτικά θα περιέχει διάφορες πληροφορίες που σε διάφορες χρονικές περιόδους θα παρερμηνευθούν από τους πιστούς. Αυτό δε σημαίνει ότι ο Θεός είναι ατελής και περιορισμένος, απλά σημαίνει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ατελείς. Το μόνο βιβλίο που δεν υποφέρει από τέτοιου είδους περιορισμούς είναι το βιβλίο της φύσεως, το μόνο βιβλίο που ο Θεός έγραψε με τα ίδια του τα χέρια, χωρίς την παραμικρή ανθρώπινη βοήθεια» (2)

Όσοι υπερασπίζονται το «αλάθητο» της Βίβλου, στην ουσία υπερασπίζονται το αλάθητο των ερμηνειών τους

Ακόμα και αν υπήρχε «αλάθητο» δεν θα είχε καμμία πρακτική σημασία καθώς βλέπουμε αμέτρητες αντιφατικές ερμηνείες σχεδόν για κάθε εδάφιο της Αγίας Γραφής τόσο στον χώρο του Προτεσταντισμού, όσο και στον χώρο του Καθολικισμού και της Ορθοδοξίας ( οι αρχαίοι πατέρες είχαν ο καθένας διαφορετικές ερμηνείες για τις Γραφές ). Στην πράξη, κάθε θρησκευτική οργάνωση που προβάλλει την Αγία Γραφή ως «αλάθητη» ουσιαστικά προβάλλει τις δογματικές της ερμηνείες ως «αλάθητες».

Αυτό φαίνεται και στις διάφορες μεταφράσεις που κυκλοφορούν, οι οποίες διαφωνούν η μία με την άλλη. Στο σημείο αυτό η κριτική που ασκούν οι Ορθόδοξοι στους Προτεστάντες Χριστιανούς φαίνεται να είναι βάσιμη: «Είναι συχνότατο να ακούμε ανθρώπους διαφόρων Προτεσταντικών ομάδων, να λένε: ΄΄Εμείς δεχόμαστε μόνο την Αγία Γραφή. Δεν λέμε τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο΄΄... Πώς είναι δυνατόν ΄΄να μην ξεφεύγουν από την Αγία Γραφή΄΄, κι όμως να διαφωνούν μεταξύ τους; Αν η Αγία Γραφή είχε δοθεί από το Θεό ως ΄΄καταστατικό πίστεως΄΄, ως πλήρης οδηγός για το τι πρέπει να πιστεύουμε, θα έπρεπε να συμφωνούν όλοι στο τι πραγματικά γράφει. Στην πραγματικότητα όμως, οι διαφωνίες τους είναι τεράστιες... Αν ο Θεός ήθελε να έχουμε την Αγία Γραφή ως μόνο οδηγό πίστεως, θα φρόντιζε να γράφει τα ίδια σε όλες τις γλώσσες, και σε όλες τις μεταφράσεις. Όμως, εκτός από τις διαφορετικές μεταφράσεις τής Ελληνικής και τής Εβραϊκής που αποδίδουν διαφορετικά τις λέξεις, υπάρχουν και διαφορές στις μεταφράσεις από γλώσσα σε γλώσσα» (3)

Το ζήτημα της μετάφρασης της Αγίας Γραφής φέρνει στο φώς και ένα άλλο «Προτεσταντικό μύθο», αυτόν του Sola Scriptura, δηλαδή ότι μονάχα η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη πηγή αλήθειας για τους Χριστιανούς. Η «Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας» ισχυρίζεται ότι οι Προτεστάντες Χριστιανοί στηρίζουν το Sola Scriptura σε μία παρερμηνεία ενός εδαφίου: «Πρόκειται για το Β΄ Τιμόθεον 3/γ΄ 16, που σύμφωνα με το κείμενο λέει: "Πάσα γραφή θεόπνευστος, και ωφέλιμος προς διδασκαλίαν, προς ελεγμόν, προς επανόρθωσιν, προς παιδείαν την εν δικαιοσύνη..." Διάφορες μεταφράσεις όμως, γράφουν το εδάφιο ως εξής: "Όλη η Γραφή είναι θεόπνευστος και ωφέλιμος, προς διδασκαλίαν, προς έλεγχον"...Οι μεταφράσεις αυτές, προσθέτουν το οριστικό άρθρο ΄΄η΄΄ και τοποθετούν τη λέξη: ΄΄ΕΙΝΑΙ΄΄ πριν από τη λέξη: ΄΄θεόπνευστος΄΄, ώστε να δίνουν την εντύπωση, πως το εδάφιο μιλάει για ΄΄ΤΗΝ΄΄ Αγία Γραφή. Με αυτή την αλλαγή προσπαθούν να υποστηρίξουν τις απόψεις τους, πως ΜΟΝΟ η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη. Όμως, και πάλι το εδάφιο δεν υποστηρίζει πως ΜΟΝΟ η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη. Στην πραγματικότητα σημαίνει ότι: ΄΄Κάθε θεόπνευστο σύγγραμμα, (πάσα γραφή θεόπνευστος), (είναι) και ωφέλιμη΄΄. Το εδάφιο δεν μιλάει καθόλου περί τής Αγίας Γραφής! Μιλάει για οποιοδήποτε θεόπνευστο σύγγραμμα! Άλλωστε, όταν το εδάφιο αυτό γραφόταν, ως Αγία Γραφή θεωρείτο μόνο η Παλαιά Διαθήκη... Στην πραγματικότητα, η Αγία Γραφή δεν γράφει πουθενά ότι μόνο αυτή είναι θεόπνευστη, ούτε γράφει πουθενά πως πρέπει να δεχόμαστε μόνο την Αγία Γραφή και τίποτα άλλο!» (4)

Οι Προτεστάντες βέβαια δεν συμφωνούν με το επιχείρημα αυτό και επιμένουν ότι η κάθε γραφή ( ακόμα και κάθε γράμμα! ) είναι θεόπνευστη και αλάθητη. Το ότι δεν είναι όμως πάσα γραφή θεόπνευστος φαίνεται και απο εδάφια όπως «ταδε λεγει Κυριος ο Θεος Ισραηλ, θεσθε εκαστος την εαυτου ρομφαιαν επι τον μηρον και διελθατε και ανακαμψατε απο πυλης επι πυλην δια της παρεμβολης και αποκτεινατε εκαστος τον αδελφον αυτου και εκαστος τον πλησιον αυτου και εκαστος τον εγγιστα αυτου, και εποιησαν οι υιοι Λευι καθα ελαλησεν αυτοις Μωυσης και επεσαν εκ του λαου εν εκεινη τη ημερα εις τρισχιλιους ανδρας, και ειπεν αυτοις Μωυσης επληρωσατε τας χειρας υμων σημερον Κυριω εκαστος εν τω υιω η τω αδελφω δοθηναι εφ υμας ευλογιαν» ( ΕΧΟΔΟΣ 32: 27-29 ). Είναι τα παραπάνω λόγια