free christians australia all welcome

Ο Θεός πέρα απο τον Θεϊσμό
The God Beyond Theism
του Νικήτα Μπάλλα
FreeChristians

Ο Θεός πέρα απο τον Θεϊσμό
 

Μέρος Α
Μέρος Β

Μέρος Γ
Μέρος Δ
Υποσημειώσεις


FC GREECE HOME

PART A
Το πρόβλημα του κακού και ο θάνατος του Θεϊσμού

 Γύρω απο την έννοια Θεός, έχει κατα τη διάρκεια χιλετερίδων εξελιχθεί μία παράδοση ιδεών, την οποία οι θρησκειολόγοι ονομάζουν «Θεϊσμός».

Σύμφωνα με την θεϊστική παράδοση, η οποία συναντάται κυρίως στις τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, ο Θεός είναι πανάγαθος, παντοδύναμος, πάνσοφος, παντογνώστης, πανταχού παρών, δίκαιος, άγιος κ.λ.π, και ότι παρόλο που κατοικεί εκεί ψηλά στον ουρανό, ή σε κάποια άλλη διάσταση («σε απρόσιτο φως»), εντούτοις, με συγκαταβατικό τρόπο συμμετέχει ενεργά στα δρώμενα της ανθρώπινης ιστορίας ως επεμβαίνων Θεός, καθώς τίποτα δεν γίνεται χωρίς την συγκαταθεσή Του. Ακόμα και οι πόλεμοι λέγεται ότι γίνονται κάτω απο την αιγίδα Του και ότι πολεμάει πάντα στο πλευρό των «δικαίων», γιαυτό άλλωστε και οι θεολόγοι επινόησαν αυτό που ονομάζεται δίκαιος ή ιερός πόλεμος. Η θεϊστική παράδοση επίσης παρουσιάζει τον Δημιουργό Θεό ως την απόλυτη εξουσία, ως έναν υπέρτατο Πατριάρχη ή Μονάρχη που έχει το δικαίωμα να κρίνει και να τιμωρεί τα λογικά πλάσματα του σύμπαντος που δημιούργησε. Επίσης λέγεται ότι η κάθε ανθρώπινη εξουσία αποτελεί προέκταση της υπέρτατης εξουσίας του Μεγάλου Αδελφού εκεί ψηλά.

Είτε ως Μονάδα (Ιουδαϊσμός & Μουσουλμανισμός) είται ως Τριάδα (Χριστιανισμός), ο θεϊστικός Θεός ζητάει την επιβεβαίωση, τον έπαινο, την υποταγή, την προσκύνηση και την λατρεία των λογικών πλασμάτων Του ενώ λέγεται ότι αρέσκεται και σε δοξολογίες, εγκώμια, ύμνους, κλπ καθώς είναι «άξιος κάθε τιμής και προσκύνησης».

  Οι α-θειστές από την άλλη μεριά γενικά θεωρούν ότι η συνεχιζόμενη ύπαρξη του κακού αποκλείει την ύπαρξη ενός «τέλειου» όντος. Όπως οι ψηφοφόροι «μαυρίζουν» τους πολιτικούς ηγέτες που αποτυγχάνουν να εκπλρώσουν τις υποσχέσεις τους, έτσι και οι αθεϊστές ψήφισαν όχι στην ύπαρξη ενός επεμβαίνοντα Θεού που όσο και να επεμβαίνει αδυνατεί να λύσει τα προβλήματα της ανθρωπότητας. Ουσιαστικά το αθεϊστικό κίνημα της μετα-Μεσσαιωνικής Ευρώπης ήταν ψήφος μη-εμπιστοσύνης στον Μονάρχη Θεό. Τόσο Εκείνος όσο και οι αντιπροσωποί Του επι της γης απέτυχαν παταγωδώς να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους.

Οι δε οπαδοί του θεϊσμού πάντα ψάχνουν για δικαιολογίες, όπως κάνουν και οι οπαδοί των ποδοσφαιρικών ομάδων που χάνουν σε κάποιο μεγάλο ντέρμπυ. Όπως φταίει ο διαιτητής επειδή έχασε η ομάδα, έτσι φταίει και ο ...Σατανάς επειδή έχασε ο Θεός το στοίχημα με το κακό. Η πιό εύκολη δικαιολογία είναι δε η ενοχοποίηση του θύματος, δηλαδή των ανθρώπων.

  Φυσικά και τα ερωτήματα που θέτουν οι α-θειστές σχετικά με την ύπαρξη του κακού δεν απαντιούνται ικανοποιητικά απο τις θεϊστικές εξηγήσεις της παραδοσιακής θεολογίας. Το θεϊστικό αντι-επιχείρημα ότι η ύπαρξη του κακού εξηγείται απο την ελεύθερη βούληση των λογικών πλασμάτων, είτε αυτά είναι άνθρωποι είτε άγγελοι – το οποίο μεταφράζεται σε ενοχοποίηση των θυμάτων - δεν φαίνεται να πείθει. Βλέποντας ένα αθώο μικρό παιδί να υποφέρει, ο α-θειστής βεβαιώνεται μέσα στην καρδιά του ότι δεν μπορεί να υπάρχει ο επεμβαίνων Θεός της θεϊστικής παράδοσης, καθώς εάν υπήρχε, σίγουρα θα έκανε κάτι. Σε ένα σατυρικό έντυπο διάβασα πρόσφατα μία είδηση με τίτλο «Ο Θεός απάντησε την προσευχή μίας εκκλησίας για την θεραπεία ενός ανάπηρου εννιάχρονου κοριτσιού». Στη συνέχεια της «είδησης» διάβασα ότι στην εν λόγω εκκλησία αφού προσευχήθηκαν για την θεραπεία του κοριτσιού τελικά οι ποιμένες αποφάνθηκαν ότι ο Θεός απάντησε στην προσευχή τους. Απάντησε ΟΧΙ. Στη συνέχεια οι εκκλησιαζόμενοι δοξολόγησαν τον Θεό για την μεγάλη τιμή που τους έκανε να απαντήσει στις προσευχές τους!

  Οι α-θεϊστές αισθάνονται βέβαιοι ότι δεν μπορεί να υπάρχει κάποιος Πανάγαθος και συνάμα Παντοδύναμος Θεός όταν το κακό βασιλεύει ανεξέλεγκτο επάνω στη γή. Το αθεϊστικό επιχείρημα «του προβλήματος του κακού» είναι απλό: Μπορεί θεωρητικά να υπάρχει κάποιος Πανάγαθος «θεούλης» που θέλει αλλά δεν μπορεί να εξαλείψει το κακό ή να υπάρχει κάποιο Παντοδύναμο «θηρίο» που θέλει να υπάρχει το κακό, αλλά ο συνδυασμός Πανάγαθου με Παντοδύναμου φαντάζει απίστευτος σε σχέση με την παρατηρούμενη ύπαρξη και διαιώνιση του κακού. Το πρόβλημα του κακού το περιγράφει δραματικά ένας πρώην ιερέας και νυν αθεϊστής: «Για χιλιάδες χρόνια, οι απεγνωσμένες κραυγές αθώων θυμάτων ξεσκίζουν τους ουρανούς. Η μόνη απάντηση ήταν μία νεκρή σιγή. Οι σφαγές των αθώων συνεχίζονται μέχρι και σήμερα. Το αίμα των αθώων ολοένα βαθαίνει τον Κόκκινο Ποταμό. Και οι ουρανοί παραμένουν σιωπηλοί. Δεν υπάρχει Θεός εκεί ψηλά. Οι απαντήσεις υπάρχουν μονάχα μέσα μας».

  Το αθεϊστικό αυτό επιχείρημα είναι αρχαιότερο του Χριστιανισμού.  Ένας από του πατέρες της αρχαίας εκκλησίας, ο Λακτάντιος, αναφέρει ( σε ένα έργο που έγραψε το 313 μ. Χ  με τίτλο «Η οργή του Θεού» ) ότι το λεγόμενο πρόβλημα του κακού διδάχθηκε πρώτα από τον Έλληνα α-θεϊστή φιλόσοφο Επίκουρο (341-270 π.Χ). Οι θεολόγοι όλων των παραδοσιακών Χριστιανικών δογμάτων έχουν προσπαθήσει με διάφορους τρόπους να απαντήσουν ικανοποιητικά στο όντως ισχυρό επιχείρημα των αθειστών. Οι προσπάθειες των θεολόγων να δικαιολογήσουν την ύπαρξη του κακού ονομάσθηκαν από τον μεγάλο Γερμανό φιλόσοφο Leibniz ως «θεοδικίες», καθώς σκοπεύουν στην δικαίωση του Θεού. Οι πιό ικανοποιητικές απαντήσεις έχουν διατυπωθεί ιστορικά μέσα στα πλαίσια της θεοδικίας του Ειρηναίου (130-202 μ.Χ) ο οποίος δίδαξε ότι το τελικό αποτέλεσμα στο σχέδιο του Θεού για τον κόσμο θα είναι κατα πολύ καλύτερο του παρόντος κακού και ότι κατα κάποιο τρόπο ο Θεός θα αποζημιώσει την ανθρωπότητα καθώς τα αγαθά που θα απολαμβάνουν οι άνθρωποι στην άλλη ζωή θα είναι απείρως καλύτερα από τα προσωρινά κακά που υποφέρουν σε αυτήν τη ζωή.

  Η δυσκολία για τους περισσότερους Χριστιανούς δεν είναι τόσο η διδασκαλία ότι ο Θεός είναι Πανάγαθος - αυτό λίγο πολύ οι περισσότεροι Χριαστιανοί το δέχονται, έστω και θεωρητικά. Αυτό για το οποίο κυρίως αμφιβάλλουν, είναι η ιδέα ότι ο Θεός είναι Παντοδύναμος. Η πραγματικότητα άλλωστε μας διδάσκει ότι ο Θεός δεν επεμβαίνει για να σώσει την ανθρωπότητα απο τα διάφορα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Σίγουρα ένας Θεός αγάπης δεν θα επιθυμεί να υποφέρουν τα πλασματά Του. Γιατί λοιπόν το επιτρέπει; To αμείλικτο αυτό ερώτημα μας υποχρεώνει να αναθεωρήσουμε ορισμένες πτυχές της ιδέας ότι ο Θεός είναι Παντοδύναμος. Για παράδειγμα, πρέπει να απορρίψουμε ως απάνθρωπες και ως βάρβαρες όλες αυτές τις πανάρχαιες ιδέες ότι ο Θεός δεν επεμβαίνει για να μας βοηθήσει εξ αιτίας κάποιας αμαρτίας μας ή επειδή είναι οργισμένος μαζί μας. Η τακτική του να κατηγορείται το θύμα είναι εντελώς προσβλητική για τον Πανάγαθο Θεό.

  Η μόνη δυνατή εξήγηση στο ομολογουμένως δυσεπίλυτο πρόβλημα της φαινομενικής απάθειας του Θεού μπροστά στα προβλήματα της ανθρωπότητας είναι η ιδέα ενός πραγματικά ελεύθερου και εξελισσόμενου σύμπαντος. Αντί λοιπόν να "επεμβαίνει", ο  Θεός απλά "συμμετέχει" στην ελεύθερη αυτή διαδικασία (φυσικά κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει με ποιόν τρόπο ή σε ποιόν βαθμό επηρεάζει την εξελικτική διαδικασία).

Γνωρίζουμε πλέον ότι το σύμπαν δεν λειτουργεί ως ένα καλοκουρδισμένο ρολόι με προκαθορισμένη την κάθε εξέλιξη ή λεπτομέρεια, αλλά ότι υπάρχει και εξελίσεται μέσα στα πλαίσια μίας «κβαντικής αβεβαιότητας», όπου όλα παραμένουν ανοικτά και οι πιθανότητες είναι άπειρες προς κάθε κατεύθυνση.

  Στο πραγματικά ελεύθερο αυτό σύμπαν, δεν επεμβαίνει ο Θεός κάθε φορά που προκύπτουν προβλήματα ή ακόμα και τραγωδίες. Ούτε επεμβαίνει για να αποτρέψει τις άσχημες επιλογές των λογικών κτισμάτων Του. Κάτι τέτοιο θα φανέρωνε άλλωστε κάποιο σοβαρό ελάττωμα στο όλο σχεδιό Του. Η απάντηση στο απεγνωσμένο ξέσπασμα του αθεϊστή ότι «δεν υπάρχει Θεός εκεί ψηλά. Οι απαντήσεις υπάρχουν μονάχα μέσα μας», είναι ότι όντως δεν υπάρχει Θεός εκεί ψηλά και ότι όντως οι απαντήσεις υπάρχουν μέσα μας. Σύμφωνα με τα νέα δεδομένα που γνωρίζουμε, ο Θεός εργάζεται (ενεργεί) στο σύμπαν Του όχι απο τα έξω προς τα μέσα (λες και απουσιάζει απο το σύμπαν), ούτε απο τα επάνω προς τα κάτω, αλλά απο τα μέσα προς τα έξω, όπως αργά-αργά αναγνωρίζει και η κβαντική επιστήμη. Δεν επεμβαίνει κάθετα, αλλά εμπνέει με οριζόντιο τρόπο. Αντί να είναι ξεκομμένος απο το σύμπαν «μακρυά στον ουρανό», ο Θεός βρίσκεται παντού ως η πηγή της κάθε ύπαρξης καθοδηγώντας αθόρυβα και αβίαστα την αναδύουσα ζωή στην πνευματική της ωρίμανση. Η βασιλεία του Θεού δεν εισβάλλει, ούτε επιβάλλεται στην ιστορία με κάποιον βίαιο τρόπο καθώς ενεργεί ως εσωτερική πραγματικότητα: «Ουκ ερχεται η βασιλεία του Θεου μετα παρατηρήσεως, ουδε ερουσιν, ιδου ωδε, ή εκει ιδου γαρ η βασιλεία του Θεου εντος υμων εστιν» ( ΛΟΥΚ 17: 20, 21 ).

  Οι ανώτερες αυτές αλήθειες σχετικά με την αθόρυβα αναδυόμενη βασιλεία της αγάπης διδάχθηκαν απο τους πνευματικότερους πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Όπως έγραφε τον 9ο αιώνα και ο μεγάλος Ορθόδοξος θεολόγος John Scotus Erigena, ο Θεός συμμμετέχει σε ολόκληρη τη δημιουργία του: «Δεν πρέπει να εννοούμε τον Θεό και το κτίσμα ως δύο ξεχωριστές πραγματικότητες αλλά ως μία εννιαία πραγματικότητα. Το κτίσμα υπάρχει ‘εν Θεώ’ και ο Θεός αποκαλύπτοντας τον εαυτόν Του με έναν θαυμάσιο και άρρητο τρόπο ... γίνεται ‘τα πάντα εν πάσι’» και προσθέτει ότι ακόμα και τώρα «ο Θεός είναι ‘τα πάντα εν πάσι’ παρόλο που το αναγνωρίζουν μονάχα λίγοι» Ο Erigena τα έγραψε αυτά στο θαυμάσιο έργο του «Περι φύσεων» ( 3. 20 ) καταλήγοντας ότι η τελική αποκατάσταση των πάντων θα έγκειται στην αποκάλυψη αυτής της μεγάλης αλήθειας και στην παγκόσμια συνειδητοποίηση αυτής της υπέρτατης πραγματικότητας. Η «Παντοδυναμία» του Θεού μέσα στη νέα αυτή θεώρηση της πραγματικότητας απλά εγγυάται ότι στο τέλος όλα θα πάνε καλά για όλους, όταν επιτευχθεί η πνευματική ενηλικίωση του κάθε λογικού όντος. Γιαυτό άλλωστε λέγεται ότι ακόμα και ο ίδιος ο Θεός έχει «πίστη» και «ελπίδα» στο σχεδιό Του να ευλογήσει τελικά τους πάντες.

Με άλλα λόγια, ενώ μπορούμε να είμαστε απόλυτα σίγουροι ότι ο Θεός είναι Πανάγαθος, είμαστε υποχρεωμένοι προς το παρόν να περιοριζόμαστε απλά στο να ελπίζουμε ότι είναι και Παντοδύναμος, καθώς όπως διαπίστωσε και ο Απ. Παύλος, «ελπίζουμε» και «πιστεύουμε»  για «όσα ακόμα δεν βλέπουμε». Ο «περιορισμός» αυτός όμως στην ουσία δεν είναι καθόλου περιορισμός καθώς η ελπίδα και η πίστη ως πνευματικές δυναμικές ανοίγουν διάπλατα νέους ορίζοντες και για την ίδια την ανθρωπότητα καθώς αυτή ενηλικιώνεται.

  Όλα αυτά δεν τα λέμε για να περιορίσουμε την τραγωδία των όσων γίνονται επάνω στη γη. Παραμένουν τραγικότατα, και ιδιαίτερα για όσους υποφέρουν οι οποιεσδήποτε απαντήσεις ή εξηγήσεις ακούγονται ως κοροϊδία. Όχι, όλα αυτά τα άσχημα που γίνονται επάνω στη γη είναι τραγικά με όλη τη σημασία της λέξεως και δεν αποσκοπούν σε κανένα «απώτερο» καλό, όπως μάταια προσπαθούν να μας πείσουν οι άνθρωποι της θρησκείας. Σε τί απώτερο καλό να αποσκοπεί ο ξαφνικός θάνατος ενός παιδιού, ένας φονικός σεισμός ή ο όλεθρος του πολέμου; Όταν ένα παλληκάρι είκοσι χρονών μείνει παράλυτο, ποιό είναι το καλό; Το ότι ίσως το παλληκάρι αυτό θα γίνει πιό σοφό; Όσο πιό σοφός ή καλός και να γίνει κάποιος άνθρωπος ως αποτέλεσμα μίας τραγωδίας, δεν «δικαιολογείται» το τραγικό συμβάν ως καλό ή ως θέλημα Θεού. Αυτή η διαπίστωση θα πρέπει να μας ευαισθητοποιεί περισσότερο για τον πόνο των συνανθρώπων μας, καθώς πρόκειται για πραγματικό πόνο. Το να πούμε ότι «δεν πειράζει, στην άλλη ζωή θα πάψει αυτός ο άνθρωπος να υποφέρει» αποτελεί ύβρη τόσο κατά της ανθρωπότητας όσο και κατά του ίδιου του Θεού. Η ηλιθιότητα του να δικαιολογούμε ή και να ανεχόμαστε το κακό επειδή «όλες οι αδικίες θα τακτοποιηθούν στην άλλη ζωή» εξηγεί ίσως το θλιβερό γεγονός που ο Χριστιανισμός έφτασε στο σημείο να θεωρείται το αντίθετο του ουμανισμού (ανθρωπισμού).

  Η αλήθεια για όλα αυτά τα άσχημα που συμβαίνουν είναι πολύ πιό απλή απο ότι μας λέει η θρησκεία. Συμβαίνουν απλούστατα επειδή ζούμε σε ένα ελεύθερο και εξελισσόμενο σύμπαν το οποίο περιέχει, μεταξύ άλλων, και το στοιχείο του απρόβλεπτου, του τυχαίου, και φυσικά του ατυχήματος. Αλλιώς δεν θα ήταν κανείς ευάλωτος, δεν θα πέθαινε κανένας, δεν θα αρρώσταινε κανένας, και δεν θα πόναγε κανένας. Το να απαιτήσουμε απο την θεότητα να μετριάσει τον πόνο ή να επέμβει δυναμικά (έστω και σε ακραίες περιπτώσεις όπως η Ιερά Εξέταση ή το Ολοκαύτωμα) για να τον αποσωβήσει ισοδυναμεί με το να απαιτήσουμε την επιλεκτική επέμβαση ενός απο μηχανής θεού. Καλύτερα ένας Θεός που δεν επεμβαίνει καθόλου παρά ένας Θεός που επεμβαίνει επιλεκτικά.

  Χρειάζεται λοιπόν να επαναδιατυπωθεί η διδασκαλία περί «Παντοδυναμίας» του Θεού. Γενικά χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί η ίδια η ιδέα του Θεού. Οι περιγραφές και οι ερμηνείες του παρελθόντος είναι ανεπαρκείς για τα σημερινά δεδομένα, είναι εντελώς αντι-επιστημονικές και αφήνουν τον μοντέρνο άνθρωπο αδιάφορο. Όλα αυτά τα λεπτομερή και περίπλοκα θεολογικά συστήματα, όλες αυτές οι ομολογίες πίστεως, τα άρθρα, οι ορισμοί, κλπ, αντανακλούν τις λανθασμένες κοσμοθεωρίες άλλων εποχών. Αυτή είναι και η βαθύτερη αιτία που εξαπλώνεται ο α-θεϊσμός. Οι άνθρωποι απλά ανακαλύπτουν ότι ο παλαιός θεός της θρησκείας, ο θεός «εκεί ψηλά», με άλλα λόγια ο θεός του θεϊσμού, δεν υπάρχει.

Η διαπίστωση αυτή οδηγεί κατ’ αρχάς στο σοκ. Μετά οδηγεί στην άρνηση. Έχοντας εθιστεί τόσες χιλιετίες με την άρρωστη σχέση με τον κάθετο θεϊστικό θεό «που επεμβαίνει δυναμικά για να τιμωρήσει ή να ανταμείψει την ανθρωπότητα», οι άνθρωποι σήμερα δυσκολεύονται να απορρίψουν εντελώς την ιδέα του θεϊσμού, δηλαδή «του θεού εκεί επάνω που επεμβαίνει περιοδικά στις ζωές των ανθρώπων». Όπως οι πολύχρονα φυλακισμένοι νοιώθουν αρχικά ευάλλωτοι όταν αποφυλακιστούν, όπως οι δούλοι νοιώθουν αρχικά φοβισμένοι όταν απελευθερωθούν, όπως ο πιτσιρικάς νοιώσει δέος την πρώτη μέρα στο σχολείο (χωρίς την μαμά του) έτσι και οι άνθρωποι νοιώθουν ένα μεγάλο υπαρξιακό κενό όταν αντιληφθούν την μη ύπαρξη του θεϊστικού θεού. Το υπαρξιακό αυτό κενό εκδηλώνεται με διαφορετικούς τρόπους, κυρίως με την αναζήτηση νέων εθισμών. Όπως γράφει και ένας ποιητής, ενώ οι άνθρωποι ζουν την ημέρα σαν να μην τρέχει τίποτα, μαζεύονται τα βράδια γύρω απο τον τάφο του Θεού για να θρηνήσουν τον θανατό του.

  Ο John Shelby Spong περιγράφει τον θάνατο του παραδοσιακού θεϊσμού ως εξής: «Κάποια στιγμή οι άνθρωποι άρχισαν να αποδέχονται το γεγονός ότι ο Θεός δεν κάθεται σε κάποιον θρόνο εκεί ψηλά στον ουρανό απο όπου παρακολουθεί τί κάνουν. Η θεϊκή επέμβαση στον κόσμο άρχισε να φαντάζει ως μία προβληματική ιδέα. Καθώς η γνώση για το σύμπαν αυξανόταν, η θρησκευτική κοινότητα προσπάθησε να προσαρμοσθεί. Ο Χριστιανισμός άρχισε να μετακινεί την κατοικία του Θεού απο ‘εκεί επάνω’ στο ‘εκεί έξω’, λες και η μετακόμιση αυτή θα έκανε τον θεό πιό πιστευτό. Τελικά πάντως, οι αστρονομικές αποστάσεις που προέκυψαν για το σύμπαν υπονόμευσαν ακόμα και την κατοικία του Θεού ‘εκεί έξω’. Το πλησιέστερο αστέρι στον ήλιο μας, ο Άλφα Κένταυρος, είναι περίπου 4.3 έτη φωτός μακριά. Ο πλησιέστερος ευδιάκριτος γαλαξίας, η Ανδρομέδα, απέχει απο εμάς 2 εκατομμύρια έτη φωτός.... Η αποδοχή της απεραντοσύνης του σύμπαντος τελικά είχε ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση του Θεού απο τον ουρανό και κατ επέκτασιν, απο την ανθρώπινη συνείδηση. Ο Θεός δεν είναι πλέον ‘εκεί επάνω’ ούτε ‘εκεί έξω’. Οι ουρανοί άρχισαν να φαντάζουν άδειοι απο εκείνη την προστατευτική, την επικριτική, αλλά συνάμα και παρηγορητική θεϊκή παρουσία. Κι όμως οι αρχαίοι λαοί δεν μπορούσαν να αντιληφθούν τον Θεό διαφορετικά, όπως και δεν μπορούν πολλά απο τα θρησκευτικά συστήματα της εποχής μας. Όταν λοιπόν οι πιστοί αντιμετώπισαν το σοκ του άδειου ουρανού, τα περιεχόμενα που κάποτε γέμιζαν την λέξη ‘Θεός’ άρχισαν, αργά αλλά σταθερά, να βυθίζονται στην ανυπαρξία. Η μοντέρνα συνείδηση ήταν καθοδόν στο να γίνει άθεη, τουλάχιστον σύμφωνα με τους παραδοσιακούς ορισμούς του ά-θεου» (1)

  Πολλοί απο όσους δεν οδηγούνται στον α-θεϊσμό, οδηγούνται στην υστερία του φονταμενταλισμού ή στην φυγή του νεο-παγανισμού. Υπάρχουν όμως και άλλες εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες σιγά-σιγά κάνουν την παρουσία τους αισθητή. Όπως προκύπτει απο τη νέα γνώση που απολαμβάνουμε σχετικά με το σύμπαν, και γενικά με την πραγματικότητα, όχι μόνο υπάρχει θεότητα αλλά είναι πολύ καλύτερη και ανώτερη απο όλους τους συμβολισμούς και θεϊστικές ιδέες του παρελθόντος. Welcome στον θαυμαστό κόσμο της μυστικής θεολογίας, η οποία τελικά αποδείχθηκε περισσότερο επιστημονική απο ότι φαντάζονταν οι μεγάλοι μύστες όλων των θρησκευτικών παραδόσεων. Τα καλά νέα είναι ότι δεν χρειάζεται να ασκητεύσει κανείς για να απολαύσει την εμπειρία της θεότητας. Ούτε χρειάζεται δίπλωμα θεολογίας...

Η πραγματικότητα της θεότητας

  Οι νέες ιδέες περί Θεότητας που προκύπτουν δεν είναι εντελώς νέες, καθώς έχουν δειλά-δειλά προταθεί στο παρελθόν μέσα απο τις διάφορες θρησκευτικές παραδόσεις, συμπεριλαμβανομένων και των μονοθεϊστικών. Απλά οι ιδέες αυτές είχαν παραμείνει σε εσωτερική μορφή και ποτέ δεν διδάχθηκαν ανοιχτά στον απλό λαό. Αναφέρομαι φυσικά στην εσωτερική παράδοση και στην μυστική θεολογία, ιδιαίτερα στον χώρο του Χριστιανισμού. Αναφέρομαι «στον Θεό που είναι πέρα απο τον Θεό». Πατέρες της Εκκλησίας όπως ο Γρηγόριος Νύσσης και «ο Διονύσιος ο Αρειοπαγίτης», προώθησαν σε μεγάλο βαθμό την αποφατική θεολογία, την ιδέα δηλαδή ότι όλοι οι τίτλοι, ονόματα (Πατήρ, Υιός, Άγιο Πνεύμα, κλπ), άρθρα πίστεως, δόγματα, και περιγραφές περί Θεού, δεν είναι παρά ατελή σύμβολα, μέσω των οποίων μπορούμε όμως κατα κάποιον τρόπο να προσεγγίσουμε την Θεότητα όσον αφορά τις άκτιστες ενεργειές της – καθώς η ουσία της είναι εντελώς ασύλληπτη και άρρητη. Οι πατέρες αυτοί προειδοποίησαν ότι κινδυνεύουμε ανα πάσα στιγμή να μετατρέψουμε όλα αυτά τα σύμβολα σε είδωλα όταν τα απολυτοποιήσουμε. Επίσης έδωσαν μεγάλη έμφαση, στην μυστική εμπειρία, όπου ο άνθρωπος καλείται μέσω της περισυλλογής και της άσκησης να εξερευνήσει τις άκτιστες ενέργειες του Θεού, απολαμβάνοντας έτσι την ανάπαυση του Κυρίου, την θεωρία του Θεού και φυσικά τον πολυπόθητο ησυχασμό, κάτι δηλαδή σαν το Νιρβάνα των Βουδιστών.

  Ο Spong επισημαίνει το γεγονός ότι ακόμα και στην Βίβλο παρατηρείται «εν σπέρματι» μία παράδοση περιγραφής της θεότητας σε μη-θεϊστική γλώσσα, ιδιαίτερα με το σύμβολο του Πνεύματος, (Εβρ. Ruach), το οποίο παρουσιάζει τον Θεό ως μία δυναμική και συνάμα υπερβατική Παρουσία η οποία κρατάει τα πάντα στην ύπαρξη, όχι απο τα επάνω προς τα κάτω, όχι δηλαδή μέσω μίας κάθετης σχέσης, αλλά μέσω μίας οριζόντιας σχέσης. Οι δε Βιβλικές απαγορεύσεις στην απεικόνηση της θεότητας αντανακλούσαν ένα είδος πρώιμης αποφατικής θεολογίας, την οποία σε μετέπειτα αιώνες ανέπτυξε περισσότερο η μυστική παράδοση και των τριών μεγάλων Μονοθεϊστικών θρησκειών (Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Μουσουλμανισμός). Όπως εξηγεί ο Spong «οι μύστες της κάθε θρησκευτικής παράδοσης ανέκαθεν προειδοποιούν ενάντια στην κάθε προσπάθεια ορισμού της θεότητας. Η μυστική αντίληψη της θεότητας ξεκινούσε απο την καλλιέργεια της φαντασίας και γρήγορα εξελισσόταν σε κάποια άρρητη εμπειρία. Είχε να κάνει με ένα εσωτερικό ταξίδι και όχι με κάποιο εξωτερικό ‘εκεί επάνω’ ή ‘εκεί έξω’. Αυτή η εσωτερική έρευνα κατέληγε σε μία μεταμορφωμένη/εξυψωμένη ανθρωπότητα. Έδινε έτσι την ευκαιρία στον μύστη να δραπετεύσει απο τα ανθρώπινα όρια χωρίς να παραβιάζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Την ίδια στιγμή, αυτή η θαυμάσια, μυστική εμπειρία της θεότητας δεν καταντούσε τους ανθρώπους αδύναμα και εξαρτώμενα νήπια, στο έρμαιο κάποιου επιτακτικού εξωτερικού θεού. Αντίθετα, καλούσε την ανθρώπινη ζωή πέρα απο κάθε σύνορο μέχρι που η ίδια αυτή ζωή να εκφρασθεί ως η αποκάλυψη της θεότητας που ξεπροβάλλει μέσα απο τα βάθη της ζωής. Η μυστική παράδοση θεωρεί ότι όλη η κτίση είναι τελικά ικανή να αποκαλύψει την θεότητα μέσα απο τα βάθη της υπαρξής της. Οπότε για τον μύστη, ο Θεός τους ενός ανθρώπου δεν είναι ποτέ ίδιος με τον Θεό του άλλου. Έτσι αποσωβείται και η ειδωλολατρεία.Στην μυστική παράδοση κανένας δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι η εμπειρία του ή η κοσμοθεωρία του είναι αντκειμενική. Ο κάθε άνθρωπος καλείται να ταξιδεύσει μέσα στο μυστήριο της θεότητας μέσα απο την πορεία της αναδυόμενης προσωπικοτητάς του. Ο κάθε άνθρωπος λοιπόν θεωρείται ικανός,να αποτελέσει μία θεοφάνεια, ένα σημείο της θεϊκής παρουσίας, αλλά κανένα πρόσωπο, θεσμός ή τρόπος ζωής δεν μπορεί να αναλώσει αυτήν την αποκάλυψη» (2)

  Οι επικριτές της πανανθρώπινης μυστικής παράδοσης, οι οποίοι συνήθως προέρχονται απο τις συντηριτικές/φονταμενταλιστικές θεολογικές παρατάξεις των παραδοσιακών εκκλησιαστικών συστημάτων, πάντα βιάζονται να της κολλήσουν την ταμπέλα του πανθεϊσμού, ότι δηλαδή προωθούν την ιδέα ότι ο Θεός δεν είναι παρά το σύνολο των όσων υπάρχουν, ή έστω την ταμπέλα του πανενθεϊσμού, «λές και εάν ονομάσουν μία ιδέα, μπορούν μετά πιό εύκολα να την απορρίψουν». Για τον μύστη όμως, «ο Θεός δεν είναι κάτι που μπορεί να ταυτισθεί με  ότι υπάρχει». Για τον μύστη, τα πάντα που υπάρχουν «γίνονται η πηγή μέσα απο την οποία μπορεούμε να αντιληφθούμε την υπέρτατη πραγματικότητα του αληθινού Θεού». Ο Θεός, για τους μύστες, «ανακαλύπτεται στα βάθη της ζωής, εργαζόμενος μέσα και διαμέσου των όσως υπάρχουν, καλώντας ολόκληρη την κτίση να εισέλεθει στην υπερβατικότητα που αποκαλύπτει τις πραγματικές δυνατότητες όλων μας». Η μυστική θεολογία ανέκαθεν βρισκόταν σε ένταση με την φιλοσοφική/ορθολογιστική θεολογία. Η μυστική θεολογία, ιδιαίτερα αυτή της Ορθόδοξης παράδοσης επιμένει στο παρά-δοξο ( το οποίο έχει τεράστεια διαφορά απο το παρά-λογο ), ως δικλείδα ασφαλείας απο την ειδωλολατρεία του γράμματος και ως όχημα διατήρησης της αίσθησης του μυστηρίου που ονομάζουμε Θεός!

  Μάλιστα, ο μεγάλος Ορθόδοξος θεολόγος και μύστης Γρηγόριος Παλαμάς ( 14ος αιώνας ), υπερασπιζόμενος την αποφατική θεολογία απο την κριτική ρασιοναλιστών θεολόγων της Δύσης όπως ο Barlaam, τόνισε ότι «γινόμαστε κοινωνοί της θείας φύσεως αλλά η θεία φύση παραμένει εντελώς απρόσιτη. Πρέπει να ομολογούμε ταυτόχρονα και τις δύο αυτές αλήθειες και να διατηρούμε την αντινομία ως κριτήριο ορθής διδασκαλίας» (3). Ο Παλαμάς απλά επαναλάμβανε τα όσα είχε διδάξει δύο αιώνες νωρίτερα ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, και φυσικά όλοι οι μεγάλοι πατέρες της αρχαίας εκκλησίας. Ο θρίαμβος του Παλαμά, του οποίου η θεολογία αναδείχθηκε σε σημείο αναφοράς για τους μετέπειτα θεολόγους, ήταν σημαντικότατο γεγονός για τα δεδομένα του 14ου αιώνα, καθώς αποδείχθηκε θρίαμβος της μυστικής θεολογίας έναντι του ρασιοναλισμού που πάντα επεδίωκε να βάλει τον θεό σε ένα κουτί. Η επιβίωση της μυστικής θεολογίας, έμελλε να αποτελέσει τον σπόρο απο όπου ξεπροβάλλει ο Νέος Χριστιανισμός, ενώ η θεολογία των ρασιοναλιστών ( Θωμάς Ακινάτης και Σία ) το μόνο που κατάφερε ήταν να επισπεύσει τον θάνατο του παραδοσιακού θεϊσμού, προωθώντας παράλληλα τον α-θεϊσμό και την συνεπακόλουθη υστερία του μοντέρνου φονταμενταλισμού.

  Ο Νέος Χριστιανισμός που αναδύεται, αντλεί λοιπόν τα καλύτερα στοιχεία μεταξύ άλλων και απο την πλούσια πηγή της εσωτερικής/μυστικής παράδοσης της Εκκλησίας, προσπαθώντας να διατυπώσει νέες παραστάσεις και συμβολισμούς σχετικά με την Θεότητα που να ανταποκρίνονται στην σημερινή πραγματικότητα. Το πρόβλημα με πολλά απο τα σύμβολα του παρελθόντος είναι ότι απέκτησαν την μορφή «απόλυτων αληθειών» καταντώντας έτσι είδωλα.

  Όπως εξηγεί και ο Spong, η δογματοποίηση των πνευματικών συμβόλων αποτελεί τραγικό λάθος, και κατα βάθος φανερώνει την ανθρώπινη αδυναμία των θρησκευτικών ηγετών: «Τόσο οι ιερές γραφές όσο και τα δόγματα της Χριστιανικής Εκκλησίας μπορεί μεν να δείχνουν προς τον δρόμο της αιώνιας αλήθειας, αλλά ποτέ δεν μπορούν να περιέχουν την αιώνια αλήθεια. Η κάθε προσπάθεια να μετατρέπεται είτε η Βίβλος είτε η παράδοση ως ‘αλάθητες’ δεν είναι παρά προσπάθειες να επικυρώνεται η εκκλησιαστική εξουσία και έλεγχος. Τέτοιου είδους προσπάθειες ποτέ δεν αποσκοπούν στην αλήθεια. Μάλιστα, όσοι προσπάθησαν να ‘παγώσουν’ την αλήθεια μέσα σε λέξεις, ιδέες ή δόγματα, το μόνο που κατάφεραν ήταν να καταστρέψουν την αλήθεια. Μονάχα η αλήθεια που απελευθερώνεται απο την φυλακή του χρόνου και των λέξεων, προκειμένου να μπορεί να επιπλέει ελεύθερα στον ωκεανό της σχετικότητας μπορεί να επι